
Καμιά ανοχή σε παραβιαστικές- παρενοχλητικές συμπεριφορές























Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες εκατοντάδων δολοφονιών μεταναστών/ τριών από τον φράχτη του Έβρου με τις βίαιες επαναπροωθήσεις που λαμβάνουν χώρα σε καθημερινή βάση από το ελληνικό κράτος, ως τα ναυάγια στο Αιγαίο με αποκορύφωμα το έγκλημα στην Πύλο όπου πέθαναν πάνω από 600 μετανάστριες/ες που προσπαθούσαν να φτάσουν στη χώρα. Στο παρόν κείμενο θα καταπιαστούμε με τις συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει κάποιο άτομο στον ελλαδικό χώρο λόγω της μεταναστευτικής του ταυτότητας, καθώς και τις επιπλέον καταπιέσεις που βιώνουν οι μετανάστριες λόγω της έμφυλης ταυτότητάς τους.
Αρχικά είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις. Μπορεί ο όρος «μετανάστης» να είναι διευρυμένος και να αφορά όσα άτομα έχουν αφήσει τον τόπο καταγωγής τους στην αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο, η ζωή όμως που βιώνει κάθε μετανάστης είναι πάρα πολύ διαφορετική ανάλογα με την καταγωγή του, τη θρησκεία, το φύλο, την οικονομική κατάσταση, ενώ ένας ακόμα σημαντικός διαχωρισμός είναι το αν έχουν ή όχι χαρτιά. Οι διαφορετικές συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά οφείλονται από τη μία στο θεσμικό ρατσισμό που επιβάλλεται από το κράτος (πχ μέσω της στέρησης στοιχειωδών δικαιωμάτων όπως πρόσβαση σε νόμιμη εργασία, περίθαλψη, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, ελευθερία) και από την άλλη στον κοινωνικό ρατσισμό που δημιουργεί περιβάλλον αποκλεισμού, περιθωριοποίησης και αορατότητας. Ο δεύτερος είναι εντονότερος όσα περισσότερα χαρακτηριστικά απόκλισης εμφανίζει κάποιος/α (για αυτό και όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία ακούγαμε δημοσιογράφους με περίσσιο θράσος να λένε ότι είναι διαφορετικοί οι ξανθοί γαλανομάτηδες Ουκρανοί μετανάστες απ’ ότι οι «σκουρόχρωμοι» μουσουλμάνοι της ανατολής).
Από το κράτος γίνεται επιπλέον η προσπάθεια διάκρισης των μεταναστριών σε «καλούς» και «κακούς» ακολουθώντας την πάγια τακτική του διαίρει και βασίλευε με πιο συχνό τον διαχωρισμό σε «πρόσφυγες» και «μετανάστες», δηλαδή μεταξύ αυτών στους οποίους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να μεταναστεύσουν λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στον τόπο προέλευσής τους και σε αυτούς που δεν αναγνωρίζεται.
Στην πραγματικότητα όμως τα ίδια τα κράτη που επιβάλλουν αυτούς τους διαχωρισμούς είναι αυτά που σε συνδυασμό με την προσπάθεια του κεφαλαίου να αυξήσει την κερδοφορία του, δημιουργούν τις αιτίες της μετανάστευσης κηρύσσοντας πολέμους, εφαρμόζοντας αποικιοκρατικές πολιτικές, στηρίζοντας απολυταρχικά καθεστώτα, ή επιβάλλοντας ακραίες συνθήκες φτώχιας. Οι μετανάστες/τριες που προσπαθούν να εισέλθουν στην Ε.Ε. μέσω της Ελλάδας βρίσκονται αντιμέτωποι με κοινές περιπολίες εθνικού στρατού και Frontex που με τις ενέργειές τους για την «προστασία των συνόρων» από την είσοδο των μεταναστών/στριών , έχουν οδηγήσει σε θάνατο έναν τρομακτικό αριθμό εξ αυτών. Όσοι/ες καταφέρουν να εισέλθουν στην ελληνική επικράτεια εγκλωβίζονται σε αυτήν και έρχονται αντιμέτωποι/ες με τη διαχείριση που τους επιφυλάσσεται. Η Ελλάδα λειτουργεί ως αποθήκη του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού – μεταναστών και η ΕΕ με τη σειρά. Γι’ αυτό και κρατάει το μεγαλύτερο κομμάτι εξ αυτών σε καθεστώς παρανομίας, ενώ χτυπάει με μεγάλη σφοδρότητα όσους επιλέγουν να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους ή να αγωνιστούν.
Η μαύρη κακοπληρωμένη εργασία για τις μετανάστριες που ζουν στον ελλαδικό χώρο είναι δυστυχώς δεδομένη. Όταν οι μετανάστριες δεν έχουν νόμιμα έγγραφα για την παραμονή τους στη χώρα, τότε είναι αδύνατον να βρουν μια δουλειά στην οποία θα έχουν τις νόμιμες απολαβές καθώς και ασφάλιση. Αυτό συμφέρει τα αφεντικά που εκμεταλλεύονται αυτή τη συνθήκη και χρησιμοποιούν το φθηνό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό για ακόμη περισσότερα κέρδη. Σε μια χώρα όπου οι μετανάστριες είναι τυπικά αόρατες για τον κρατικό μηχανισμό, τις εκθέτει άμεσα σε μια συνθήκη εργασιακής εκμετάλλευσης. Δεκάδες εργοστάσια, μαγαζιά εστίασης, βιομηχανίες και χωράφια στελεχώνονται με μετανάστες και μετανάστριες χωρίς χαρτιά, χωρίς ασφάλιση και με πενιχρούς μισθούς. Η ανάγκη για επιβίωση δεν τους αφήνει περιθώρια για διεκδίκηση καλύτερων εργασιακών συνθηκών.
Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί η κρατική ευθύνη πάνω σε αυτή τη συνθήκη. Το κράτος δεν νομιμοποιεί τις μετανάστριες, αλλά τις δαιμονοποιεί λέγοντας πως έρχονται σε μια χώρα που δεν υπάρχουν δουλειές γι’ αυτές, δεν υπάρχουν τρόποι επιβίωσης και είτε τις φυλακίζει σε καμπ είτε τις πνίγει στο Αιγαίο με συνεχόμενα pushbacks. Είναι το ίδιο το κράτος και οι μηχανισμοί του από την άλλη που κάνουν τα στραβά μάτια στα μεγαλοαφεντικά που εκμεταλλεύονται την εργατική δύναμη των μεταναστριών εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των κοινωνικά και ταξικά ανώτερων.
Ας μην ξεχνάμε τον θεσμικό ρατσισμό, ο οποίος με νομοθετικές πράξεις κάνει την ζωή των μετανατριών δυσκολότερη. Συγκεκριμένα ο Νόμος 4387/2016 που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ καταργεί την χορήγηση της ελάχιστης σύνταξης σε όλες/όλους τις/τους ασφαλισμένες/ους ντόπιες/ους και μετανάστ(ρι) ες μετά από 15χρόνια εργασίας, και συνδέει το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης με 20χρόνια εργασίας και 40 χρόνια νόμιμης και μόνιμης παραμονής στην χώρα.
Υπάρχουν συγκεκριμένα κάποια επαγγέλματα που εκτελούνται κυρίως από γυναίκες μετανάστριες. Αυτά είναι τα επαγγέλματα φροντίδας ηλικιωμένων, παιδιών αλλά και όλων των οικιακών εργασιών, επαγγέλματα τα οποία εκτελούσαν αμισθί εδώ και δεκάδες χρόνια οι θηλυκές μορφές μιας οικογένειας είτε ήταν οι μητέρες είτε οι κόρες. Από τη στιγμή που οι γυναίκες βγήκαν στην αγορά εργασίας και εργάζονται και εκτός σπιτιού, δημιουργήθηκε η ανάγκη να καλυφθούν οι ανάγκες αυτές από άλλα άτομα. Ως επι το πλείστον μιλάμε για μαύρη και κακοπληρωμένη δουλειά, η οποία έχει πολύ μεγάλη σωματική και ψυχολογική κούραση. Συνήθως γυναίκες μεσήλικες καλούνται να καλύψουν αυτές τις θέσεις, διότι πουθενά αλλού δεν μπορούν να βρουν δουλειά και πάνω σε αυτή την επισφάλεια πατούν οι εργοδότες τους. Οι δομές φροντίδας ηλικιωμένων στη χώρα μας είναι ελάχιστες και συνήθως υποστελεχωμένες, οπότε οι οικογένειες επιλέγουν τη λύση του να «πάρουν μια γυναίκα» να προσέχει τον παππού ή τη γιαγιά, οι οποίοι συνήθως είναι σε αρκετά δύσκολη κατάσταση και πιθανά κλινήρης. Επίσης , οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι επίσης ελάχιστοι και υποστελεχωμένοι, άρα πάλι η λύση βρίσκεται στο να προσλάβει η οικογένεια μια «γυναίκα» για τη φροντίδα των παιδιών τους.
Οι συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει η κάθε μετανάστρια στον ελλαδικό χώρο διαφέρουν. Από το εάν είναι «νόμιμη», με χαρτιά ή χωρίς, με βάση τη χώρα καταγωγής της, τη θρησκεία της, τη φυλή της, την σεξουαλικότητα της και την οικονομική κατάσταση της. Αντιλαμβανόμαστε όμως ανάμεσα στα πιο καταπιεσμένα υποκείμενα χωρίς καμία αμφιβολία τις μετανάστριες οι οποίες είναι εγκλωβισμένες στα camps.
Στην περίπτωση αυτή δεν μιλάμε μόνο για πολλαπλές καταπιέσεις, όπως στην περίπτωση των υπόλοιπων μεταναστριών, αλλά μιλάμε για άτομα που στερούνται στοιχειώδη όρους διαβίωσης. Πρώτο και κυριότερο στερούνται την ελευθερία τους, καθώς είναι έγκλειστες με καθημερινό έλεγχο και επιτήρηση. Αναγνωρίζεται ως μοναδική ταυτότητα τους αυτή της μετανάστριας, αγνοώντας όλα τα επιπλέον χαρακτηριστικά τους, οι ικανότητες τους, τα όνειρα τους, οι στόχοι τους και ότι είναι πολλά περισσότερα από έναν άνθρωπο που έχει βρεθεί σε μια άλλη χώρα χωρίς χαρτιά.
Σαν να μην φτάνει ο εγκλεισμός που βιώνουν, οι συνθήκες διαβίωσης τους είναι απάνθρωπες. Στερούνται στέγης, ζούνε στοιβαγμένα σε ανθρωποαποθήκες που ο πληθυσμός τους υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια χωρητικότητας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα. Στερούνται τροφής, σε καθημερινή βάση θα πρέπει να περιμένουν για ώρες σε ουρές για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό αμφίβολης ποιότητας και ποσότητας. Στερούνται ήδη υγιεινής και καθαριότητας, καθώς και ιατρικής φροντίδας. Μόνο σε πολύ σοβαρές καταστάσεις έχουν την απαραίτητη περίθαλψη, τα ραντεβού με τους γιατρούς αργούν, αναβάλλονται, πολλές φορές η αντιμετώπιση δεν είναι η αναμενόμενη. Η κατάσταση αυτή χειροτέρεψε από τον Covid και έπειτα όπου ήταν παρατημένες στη μοίρα τους χωρίς κανένα μέτρο πρόληψης ή καταπολέμησης οποιασδήποτε αρρώστιας. Το αποκορύφωμα ήταν οι ακυρώσεις εκτρώσεων λόγω απαγόρευσης χειρουργείων εξαιτίας του ιού, με πολλές μετανάστριες να αναγκάζονται να κυοφορούν αλλά και να γεννούν σε άθλιες συνθήκες. Πολλές φορές αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγο της αβεβαιότητας του ρόλου του κάθε υπεύθυνου φορέα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν καθυστερήσεις στις παραπομπές, παραβιάσεις απορρήτου ή έλλειψη ειδικών διαδικασιών ή εξειδικευμένης υποστήριξης σε περιπτώσεις θυμάτων έμφυλης βίας.
Οι μετανάστριες που ζούνε στα camps είναι αόρατες τόσο για το κράτος που έχει επιλέξει τη θανατοπολιτική, όσο και για το σύνολο της κοινωνίας. Από τη μια είναι η υλική στέρηση των πολύ βασικών αναγκών, από την άλλη η απειλή που βιώνουν οι θηλυκότητες στα camps είναι πολύ μεγαλύτερη. Μέσα σ’ αυτά κατανοούμε ότι η συμβίωση τους με άντρες γαλουχημένους σε βαθιά πατριαρχικές κοινωνίες δεν είναι διόλου εύκολη. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε παραβιάστηκες συμπεριφορές ή κακοποίηση τους από τους συντρόφους τους, τους συγκρατούμενους τους ή ακόμα και από τους φύλακες, χωρίς στην ουσία να έχουν κάπου να απευθυνθούν για να ζητήσουν βοήθεια και τις φωνές τους να μην ακούγονται. Οι συνθήκες υπερσυντονισμού στα καμπς το καθιστούν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν επιζώσες έμφυλης βίας, αλλά και να εντοπιστούν, έρχονται αντιμέτωπες με μη επαρκή εξειδικευμένη υποστήριξη, έλλειψης διερμηνείας στις υπηρεσίες, με ανεπαρκή αριθμό προσωπικού ή/και μη επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό, όπως επίσης και έλλειψη παροχής νομικής βοήθειας.
Ακόμα και εάν κάποια καταφέρει να έχει το «προνόμιο» να ζει σε διαμέρισμα και όχι σε καμπ, που συγκριτικά ίσως είναι σε καλύτερη μοίρα, ωστόσο δεν παύει να είναι εγκλωβισμένη αυτή τη φορά σε ένα σπίτι χωρίς να μπορεί με κάποιο τρόπο να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο αφού δεν υπάρχει δυνατότητα για εκπαίδευση, εργασία, κοινωνικές δραστηριότητες και συναναστροφή.
Η εμπορία ανθρώπων, μια οδυνηρή εκδήλωση σύγχρονης δουλείας, οργανωμένου εγκλήματος, παρανομοποιημένης μετανάστευσης και σοβαρής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεχίζει να εξαπλώνεται παγκοσμίως. Ένα διεθνικό οργανωμένο έγκλημα. Μια αποτρόπαια παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στον περίπλοκο ιστό των μεταναστευτικών οδών προς την Ευρώπη, η Ελλάδα αποτελεί κομβικό σταυροδρόμι, μια θέση που δίνει χώρο στην έξαρση της εμπορίας ανθρώπων. Ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στην επικράτηση των θηλυκοτήτων, των queer ατόμων και των παιδιών θυμάτων στην εμπορία ανθρώπων είναι το βαθιά ριζωμένο σύστημα πατριαρχίας και ανισότητας των φύλων που εξακολουθεί να υφίσταται σε πολλές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστριες. Η πατριαρχία, μια κοινωνική δομή στην οποία οι άνδρες κατέχουν την πρωταρχική εξουσία και οι θηλυκότητες βρίσκονται συστηματικά σε μειονεκτική θέση, διαιωνίζει τις διακρίσεις και τη βία με βάση το φύλο, καθιστώντας τις θηλυκότητες, τα queer άτομα και τα παιδιά πιο ευάλωτα στην εκμετάλλευση.
Οι πατριαρχικές νόρμες υποβιβάζουν τις θηλυκότητες και τα queer άτομα σε υποδεέστερους ρόλους, περιορίζουν την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και τις οικονομικές ευκαιρίες και υπονομεύουν την δυνατότητά τους να κάνουν αυτόνομες επιλογές. Αυτή η ανισότητα με βάση το φύλο επεκτείνεται και στα μεταναστευτικά πρότυπα, καθώς τα άτομα από κοινωνίες στις οποίες ο πατριαρχικός κλοιός είναι ακόμη πιο ασφυκτικός μπορεί να βιώνουν έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης όταν αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό. Αυτή η έλλειψη υποστήριξης μπορεί να τα καταστήσει πιο ευάλωτα στους διακινητές που εκμεταλλεύονται την απελπισία τους για μια καλύτερη ζωή.
Επιπλέον, στις πατριαρχικές κοινωνίες η βία κατά των θηλυκοτήτων και των queer ατόμων γίνεται ανεκτή, “κανονικοποιώντας” την κακοποίηση και αποσιωπώντας τα θύματα. Αυτή η κανονικοποιημένη βία ενισχύει την ευαλωτότητα τους και σε πολλές περιπτώσεις, παρατείνει το να υπομένουν σκληρές συνθήκες αντί να διακινδυνεύσουν να επιστρέψουν στο καταπιεστικό περιβάλλον της πατρίδας τους. Το μοτίβο αυτό επιδεινώνεται όταν τα άτομα έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε νομική προστασία ή σε συστήματα κοινωνικής υποστήριξης τόσο στις χώρες καταγωγής τους όσο και στις χώρες προορισμού. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, οι περιορισμένες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, οι ανεπαρκείς δομές κοινωνικής πρόνοιας και η έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης για τις θηλυκότητες και τα queer άτομα στις πατριαρχικές κοινωνίες έχουν αναγνωριστεί ως αλληλένδετοι διαρθρωτικοί παράγοντες που διαιωνίζουν άμεσα τη φτώχεια.
Οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, που συχνά επηρεάζονται από τους διαδιδόμενους μύθους που παρουσιάζουν τους μετανάστες ως “απειλή για την εθνική ασφάλεια”, επιδεινώνουν το ζήτημα. Οι πολιτικές και οι προκαταλήψεις στο πλαίσιο των μεταναστευτικών συστημάτων συμβάλλουν στην εμπορία ανθρώπων, επιτρέποντας στους διακινητές να εκμεταλλεύονται τα τρωτά σημεία των μεταναστών.
Ο αγώνας κατά της εμπορίας ανθρώπων περιπλέκεται περαιτέρω από εσωτερικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης της Μαφίας της Ελληνικής Αστυνομίας, ενός εγκληματικού δικτύου εντός του μηχανισμού επιβολής του νόμου. Η παρουσία της Μαφίας της Ελληνικής Αστυνομίας εμποδίζει τις προσπάθειες καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι τα μέλη της εμπλέκονται άμεσα σε διεφθαρμένες δραστηριότητες, όπως εκβιασμοί, δωροδοκία και συνεργασία με διακινητές.Αυτή η εσωτερική διαφθορά επιτείνει την ευαλωτότητα των μεταναστριών και επιτρέπει στους διακινητές να δρουν με σχετική ατιμωρησία, καθώς συχνά διατηρούν σχέσεις με διεφθαρμένους αστυνομικούς που τους προειδοποιούν για επικείμενες καταστολές ή τους βοηθούν στην παράκαμψη του νόμου.
Η ενοχοποίηση των θυμάτων αποτελεί επίσης κομβικό ζήτημα στο πεδίο της εμπορίας ανθρώπων. Τα επιζώντα εμπορίας ανθρώπων αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία κατά την προσπάθεια επανένταξης τους στην κοινωνία, βιώνοντας εξοστρακισμό και κοινωνικές προκαταλήψεις. Αυτός ο κοινωνικός και συναισθηματικός εξοστρακισμός αυξάνει σημαντικά την ευαλωτότητα των θυμάτων, οδηγώντας σε συνθήκες επανατραυματισμού.
Είναι σημαντικό να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τα θύματα trafficking ώστε να μην στιγματίζονται και να τους παρέχεται η προστασία που χρειάζονται. Είναι σημαντικό οι πατριαρχικές και ρατσιστικές αντιλήψεις να εκριζωθούν από την κοινωνία και να υπάρξει η κατάλληλη αντιμετώπιση, προστασία και στήριξη των επιζώντων. Δεν υπάρχουν θύματα που “συναινούν”, ούτε θύματα που “τα ήθελαν και τα έπαθαν”.
Καθώς οι σκιές της σεξουαλικής διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων προβάλλουν μεγάλες πάνω από την Ελλάδα, η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών είναι επιτακτική. Η καταπολέμηση των πατριαρχικών και ρατσιστικών στερεοτύπων, η αναγνώριση του εγγενούς εξουσιαστικού χαρακτήρα του συστήματος επιβολής του νόμου επάνω στα σώματά μας και η αναγνώριση της διασύνδεσης τους με την εμπορία ανθρώπων οφείλουν να αποτελούν πυλώνα του αγώνα μας.
Καμία ανοχή στην ελαστική, μαύρη και απλήρωτη εργασία.
Να τσακίσουμε την πατριαρχία που θρέφει τα κυκλώματα trafficking και γεννά την έμφυλη βία.
Να παλέψουμε για την κατάργηση των συνόρων.
Να δοθούν άμεσα χαρτιά και ίσα δικαιώματα για εκπαίδευση- υγεία- εργασία σε όλες τις μετανάστριες.
Να παλέψουμε για μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις με βάση φύλο- φυλή- τάξη.

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε ενημερωθεί ότι στην περιοχή Λαγκαδά στις αρχές Νεάπολης (κοντά στις δωδεκαόροφες) κυκλοφορεί τύπος που συστηματικά παραβιάζει και παρενοχλεί θηλυκότητες (πολλές εκ των οποίων ανήλικες) στα πάρκα, στους δρόμους και στις στάσεις αστικών της γειτονιάς. Έχουν γίνει γνωστά μια σειρά περιστατικών από catcalling (το γνωστό “ψιτ ψιτ”) και σεξιστικές βρισιές ως εκτόξευση απειλών για βιασμούς και σωματική βία. Το άτομο που πραγματοποιεί τα παραπάνω έχει καστανά μαλλιά και μάτια, μέτριο ανάστημα, πλατιά μύτη, συνήθως φοράει φόρμες και μαύρα αθλητικά, έχει ελαφριά προφορά και μιλάει ελληνικά και ρωσικά.
Οι σεξιστικές παρενοχλητικές/παραβιαστικές συμπεριφορές μπορούν να πάρουν πολλές μορφές. Από τα «κοπλιμέντα», τα «αθώα αστειάκια» και τα σφυρίγματα στο δρόμο, τα «κατά λάθος» αγγίγματα και τους επιδειξίες στα λεωφορεία, τους τύπους που μας ακολουθούν μετά το φροντιστήριο ως τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, τους βιασμούς και τις γυναικοκτονίες. Κανένα από αυτά τα περιστατικά δεν είναι ασήμαντο. Αντιθέτως, αποτελούν βασικό πυλώνα της πατριαρχίας. Όλα έχουν κοινή βάση την υποτίμηση των θηλυκών χαρακτηριστικών και την προσπάθεια επιβολής του προτύπου του μάτσο ανδρισμού. Τα σώματά μας καθώς και όποια συμπεριφορά μας βγαίνει από τα όρια της ετεροκανονικότητας γίνονται αντικείμενο χλευασμού και επιβολής.
Σε μία κοινωνία που μας μαθαίνει από τη γέννησή μας ότι πρέπει να εμπίπτουμε σε συγκεκριμένα καλούπια ανάλογα με το φύλο μας, που τα κορίτσια πρέπει να είμαστε φρόνιμα, φροντιστικά και ήσυχα, ενώ τα αγόρια πρέπει να παίζουν με όπλα και δεν πρέπει ποτέ να κλαίνε, σε μια κοινωνία που θεωρείται μαγκιά και ένδειξη αρρενωπότητας το να χτυπάς κάποιο άλλο άτομο και φλωριά το να αγκαλιάζεις, που θεωρεί ότι οι γυναίκες δε θα έπρεπε να παραπονιόμαστε γιατί έχουμε πλέον «ίσα δικαιώματα», είναι τόσο συχνές και κανονικοποιημένες κάποιες εικόνες που είναι εύκολο να αγνοηθούν και να μη γίνουν αντιληπτές ως αυτό που είναι: σεξιστικές/παρενοχλητικές/παραβιαστικές. Πόσο ίσα δικαιώματα έχουμε όμως όταν κάθε φορά που βγαίνουμε από το σπίτι μας μπορεί να υποστούμε κάποια από αυτές τις συμπεριφορές; Που μας λένε ότι αν δεχτούμε τέτοιες συμπεριφορές φταίμε κι από πάνω γιατί είναι δική μας ευθύνη να προσέχουμε τι φοράμε, πώς περπατάμε, τι ώρα γυρνάμε σπίτι μας.
Στις γειτονιές μας θέλουμε να κυκλοφορούμε ελεύθερες, ντυμένες όπως θέλουμε, ό,τι ώρα θέλουμε, με όποιο άτομο θέλουμε χωρίς φόβο και κλειδιά στο χέρι. Είναι πολύ σημαντικό να μη τα βλέπουμε όλα τα παραπάνω ως μικρά και αθώα, γιατί στα μικρά και καθημερινά είναι που χτίζονται οι νοοτροπίες που καταλήγουν στις χειρότερες μορφές έμφυλης βίας. Είναι σύνηθες όταν είμαστε μάρτυρες σε τέτοια περιστατικά να επικρατεί η νοοτροπία του: μην ασχολείσαι, κοίτα τη δουλειά σου, πού να μπλέκεις, θα ασχοληθεί κάποιος άλλος, είναι ιδέα μου κλπ.
Τα άτομα που διαπράττουν τέτοιες συμπεριφορές στηρίζονται ακριβώς σε αυτή την αδράνεια. Όταν επιτίθενται σε κάθε μία ξεχωριστά θεωρούν ότι τους παίρνει γιατί δε θα σταθεί κανείς μαζί της. Είναι ευθύνη όλων μας να δείξουμε έμπρακτα πως αυτό δεν ισχύει. Πως στις γειτονίες μας δε χωράνε τέτοιες συμπεριφορές. Πως κανένα άτομο δεν είναι μόνο του και ότι αν επιτεθεί σε μια θα μας βρει όλες απέναντί του.
Καμία ανοχή σε παρενοχλητικές/παραβιαστικές συμπεριφορές!
Να σπάσουμε το φόβο, την εξατομίκευση, το σεξισμό, τη ματσίλα, την πατριαρχία!
Ποτέ καμία μόνη/κανένα μόνο!
Πορεία γειτονιάς ενάντια σε παρενοχλητικές/παραβιαστικές συμπεριφορές
Κυριακή 31 Μαρτίου 2024 στις 13.00,

Από τους αγώνες των εργατριών γυναικών στην Αμερική του 1910 έως σήμερα, οφείλουμε να συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε στην καταπίεση που επιβάλλουν η πατριαρχία, το κράτος και ο καπιταλισμός. Όσο κι αν επιδιώκουν το κράτος και το κεφάλαιο, με διάφορα τεχνάσματα, να υποβιβάσουν το νόημα αυτής της 8ης Μάρτη και να το κάνουν μια ακόμα καπιταλιστική γιορτή «τιμώντας την καλή σύζυγο, την καλή μητέρα, την καλή νοικοκυρά», εμείς θα είμαστε εδώ για να αναδείξουμε το πραγματικό νόημα αυτής της ημέρας. Για εμάς η 8η Μάρτη αποτελεί ημέρα μνήμης και ταξικών αγώνων ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Όλες/α μαζί αντιστεκόμαστε σε κάθε συστημική προσπάθεια υποβάθμισης των ζωών μας.
Από το καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη μέχρι και την ψήφιση του νομοσχεδίου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, το κράτος μας έχει δείξει πόσο αξία έχουν οι ζωές μας και η φωνή μας σε σχέση με τα κέρδη των ιδιωτών. Κράτος, μαφία, αστυνομία, δικαστικές αρχές, συστημικά ΜΜΕ συγκαλύπτουν παιδοβιαστές και μαστροπούς, θύματα κακοποίησης επανατραυματίζονται στα δικαστήρια και μετανάστριες βιώνουν άθλιες συνθήκες στα camps. Για τους φασίστες της ετεροκανονικότητας τα σώματα μας αποτελούν πεδίο σεξιστικού, τρανσφοβικού και ομοφοβικού λόγου.
Για αυτό λοιπόν στις καταπιέσεις αυτές απαντάμε συλλογικά με αλληλεγγύη και αυτοοργάνωση ενάντια στο καθεστώς φόβου που μας επιβάλλεται.
Στις 8 Μαρτίου καλούμε σε πορεία στην Καμάρα στις 18:00.
Καμία μόνη, κανένα μόνο απέναντι στη βία της πατριαρχίας, του κράτους και του κεφαλαίου.

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όταν η επιβατική αμαξοστοιχία Intercity 62 που εκτελούσε το δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη συγκρούστηκε μετωπικά με εμπορική αμαξοστοιχία στα Τέμπη, με αποτέλεσμα 57 άνθρωποι να σκοτωθούν και δεκάδες να τραυματιστούν σοβαρά, ενώ υπάρχουν άτομα που παραμένουν αγνοούμενα. Τα θύματα αυτής της τραγωδίας ήταν άνθρωποι της κοινωνικής βάσης, οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι στο τρένο, φοιτήτ(ρι)ες, μετανάστ(ρι)ες, εργάτ(ρι)ες. Αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν ήταν ούτε «η κακιά στιγμή», ούτε «ατύχημα», ούτε «ανθρώπινο λάθος», όπως πάσχισε να προεξοφλήσει η κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ. Ήταν μία κρατική και καπιταλιστική δολοφονία που φανέρωσε με τον χειρότερο και πιο τραγικό τρόπο την (μη) αξία που έχουν οι ζωές μας στον καπιταλισμό και πόσο εύκολα αναλώσιμες είναι στο βωμό του κέρδους και μπροστά στην αναλγησία κράτους και κεφαλαίου.
Για τη δολοφονία στα Τέμπη είχαν προειδοποιήσει εργαζόμενες και εργαζόμενοι στο σιδηροδρομικό δίκτυο, ενώσεις και σωματεία καταγγέλλοντας το διαλυμένο δίκτυο του ΟΣΕ, την χρόνια υποβάθμισή του, την άθλια κατάσταση των υποδομών, τη μη συντήρηση του δικτύου, την έλλειψη τηλεδιοίκησης. Οι προσπάθειες να αναδείξουν τον κίνδυνο για την ασφάλεια όλων έμεναν χωρίς αντίκρισμα καθώς είτε οι διαμαρτυρίες τους αγνοούνταν, απαξιώνονταν ή/και καταστέλλονταν είτε οι απεργίες τους κηρύσσονταν παράνομες για το κράτος.
Η κυβέρνηση ρίχνοντας κροκοδείλια δάκρυα χρησιμοποίησε τα αντανακλαστικά της για να κατασκευάσει το αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους» και να βρει τον αποδιοπομπαίο τράγο στο πρόσωπο του σταθμάρχη, ώστε να συσκοτίσει και να συγκαλύψει τις ευθύνες κράτους και αφεντικών, γεγονός που εξακολουθεί να στηρίζεται απροκάλυπτα από τα συστημικά ΜΜΕ. Ακόμα, μόλις λίγες μέρες μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα η περιφέρεια Θεσσαλίας προχώρησε σε «μπάζωμα» του τόπου και μεταφορά των καταλοίπων της σύγκρουσης αλλοιώνοντας τις αποδείξεις.
Το επόμενο διάστημα μετά τη δολοφονία στα Τέμπη ακολούθησαν μαζικές και επανειλημμένες διαδηλώσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις από χιλιάδες κόσμου, αλλά και καταλήψεις μαθητ(ρι)ών και φοιτητ(ρι)ών. Πένθος και οργή συμπορεύονται, βρίσκουν την έκφρασή τους στους δρόμους και αναδεικνύουν παρά την άγρια καταστολή με ξύλο και χημικά την επιτακτική ανάγκη οι ζωές μας να μην αφεθούν στα χέρια και τον έλεγχο της όποιας εξουσίας –είτε κρατικής είτε ιδιωτικής– που προσπαθεί να τις ορίσει, αλλά να αντιτεθούν στα κερδοσκοπικά συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου.
Οι από τα κάτω κινητοποιήσεις και ο ξεσηκωμός για την κρατική και καπιταλιστική δολοφονία στα Τέμπη έρχονται να συνενωθούν με άλλους αγώνες και να εναντιωθούν στη γενικότερη υποτίμηση, απαξίωση και ευτελισμό των ζωών μας μέσα στη βίαιη πραγματικότητα που δημιουργεί ο καπιταλισμός και βιώνουμε όλα μας καθημερινά. Η συνεχιζόμενη φτωχοποίηση της κοινωνικής βάσης, η καταστολή, οι δολοφονίες μεταναστ(ρι)ών στα χερσαία και υδάτινα σύνορα και ο εγκλεισμός τους στα camps, η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες, η ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της υγείας, της παιδείας, των μεταφορών, του ρεύματος, των τηλεπικοινωνιών, η εκμετάλλευση της φύσης και των ζώων, η κακοπληρωμένη εργασία, οι πλειστηριασμοί είναι αποτελέσματα διαπλεκόμενων καταπιεστικών συστημάτων με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωπα και με τα οποία συγκρουόμαστε.
Να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα από το χέρι του κράτους και του κεφαλαίου.
Να υψώσουμε τα δικά μας αναχώματα στη θανατοπολιτική τους.
Να γίνει η λύπη μας οργή που θα γεμίσει τους δρόμους.

Ιανουάριος του 2024, με οργή και λύπη μετράμε ήδη τα δύο πρώτα θύματα της πατριαρχίας. Δύο ακόμη γυναίκες που δολοφονήθηκαν από τον σύντροφό τους. 8 Γενάρη, κατά τη διάρκεια ενός καβγά στο σπίτι τους στο Ζεφύρι ο 50χρονος γυναικοκτόνος περιέλουσε με εύφλεκτο υλικό τη σύζυγό του μπροστά στα παιδιά τους και την έβαλε φωτιά. Έπειτα από μια εβδομάδα η 45χρονη κατέληξε στο νοσοκομείο λόγω των εκτεταμένων εγκαυμάτων.
2024, Πρωτοχρονιά και η Γεωργία από την Καλαμαριά, η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος, δολοφονείται από τον σύντροφό της, με τη βοήθεια ενός φίλου του, και έπειτα το πτώμα της μεταφέρεται και κρύβεται σε δύσβατη περιοχή, με τον γυναικοκτόνο να βγαίνει επί μέρες στα κανάλια, παριστάνοντας ότι την αναζητά με αγωνία. Ένας ακόμη άνδρας κατ’ εξακολούθηση κακοποιητικός, με καταγγελίες από πρώην συντρόφους αλλά και την αδερφή του που κυκλοφορούσε ελεύθερος. Το είδαμε να συμβαίνει και στην τελευταία γυναικοκτονία του 2023 στη Σαλαμίνα, όπου επίσης παρά τις καταγγελίες σε βάρος του δράστη στην αστυνομία από το θύμα, κανείς δεν φρόντισε για την ασφάλεια της. Δυο ακόμη άνδρες επομένως που είχαν τα κλειδιά του σπιτιού των δολοφονημένων, δυο ακόμη άνδρες που θεώρησαν ότι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την εξουσία τους σε μια γυναίκα.
Ανά τον κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ δολοφονούνται κατά μέσο όρο 137 γυναίκες κάθε μέρα, απλά επειδή είναι γυναίκες. Το φεμινιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια αγωνίζεται ώστε να κατοχυρωθεί ο όρος γυναικοκτονία, τόσο κοινωνικά όσο και νομικά. Ο όρος υποδηλώνει την ανθρωποκτονία γυναικών από άνδρες, επειδή είναι γυναίκες. Οι γυναικοκτονίες δεν είναι δυστυχώς καινούριο φαινόμενο, αλλά μια συνθήκη που λάμβανε χώρα διαχρονικά. Βαφτίζονταν εγκλήματα πάθους- εγκλήματα τιμής- εγκλήματα αντιζηλίας- οικογενειακές τραγωδίες, με τα θύματα πάντα να είναι γυναίκες.
Οι λόγοι που οδηγούν στα εγκλήματα αυτά μπορεί να ποικίλουν, η ρίζα τους όμως είναι κοινή. Μιλάμε για την κορύφωση της κοινωνικά ανεκτής βίας, που προκύπτει από την νοοτροπία της αντρικής υπεροχής και της αντίληψης των γυναικών ως κτήμα. Δολοφονίες γυναικών από τους συντρόφους τους όταν αυτές προσπαθούν να απεμπλακούν από μια κακοποιητικη σχέση, δολοφονίες γυναικών με κίνητρο την σεξουαλική κακοποίηση, δολοφονίες για λόγους “τιμής” όταν μια γυναίκα ατιμάζει την οικογένεια, δολοφονίες στα πλαίσια του οργανωμένου εγκλήματος και της εμπορίας ανθρώπων όπου γυναίκες αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα, μητέρες δολοφονούνται από τους γιούς τους που θεωρούν πως δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο που τους έχει αποδοθεί ως «φροντίστρια/ τροφός», βασανισμοί και δολοφονίες γυναικών κατά τις ένοπλες συγκρούσεις ως μέσο ατίμωσης των αντρών εχθρών.
Ποια είναι όμως η στάση της κοινωνίας σε αυτά τα εγκλήματα κατά των γυναικών; Αρχικά αποτροπιασμός αλλά σύντομα ξεκινά να δουλεύει ο μηχανισμός κατηγοριών, όχι μόνο απέναντι στον δράστη, αλλά ακόμα και απέναντι στα ίδια τα θύματα. Δυστυχώς, ήταν αρκετές οι περιπτώσεις στις οποίες με άμεσο ή έμμεσο τρόπο κατηγορήθηκε το ίδιο το θύμα για την κατάληξη του, με την αβίαστη έκφραση απόψεων όπως «γιατί δεν έφυγε νωρίτερα;», «μήπως κι εκείνη τον προκάλεσε με την συμπεριφορά της;», «γιατί επέλεξε να συνάψει σχέσεις μ’ αυτόν τον άνθρωπο;», «τι δουλειά είχε να γυρνά μόνη της τέτοια ώρα;», «γιατί ήταν σ’ αυτό το μέρος;», «γιατί φορούσε αυτά τα ρούχα;» και ούτω καθεξής. Τέτοιες απόψεις εμπεριέχουν τον μισογυνισμό που γεννά η πατριαρχία, η οποία πάντα θα προσπαθεί να δημιουργεί ευθύνες και ενοχές στις γυναίκες, ώστε να μπορεί να τις ελέγχει και να τις καταπιέζει ηθικά, οικονομικά και σωματικά. Σε αυτό τον κύκλο κατηγοριών εμπλέκονται ακόμα και οι θηλυκές μορφές της οικογένειας του δράστη, κατηγορώντας συνήθως τις μητέρες των δραστών, με το σκεπτικό ότι οι ίδιες φταίνε που «δεν μεγάλωσαν σωστά τους γιούς τους», που «δεν τους έμαθαν να σέβονται τις γυναίκες» και ότι εκείνες ευθύνονται για την κακοποιητική συμπεριφορά τους.
Τι γίνεται όμως και με την κρατική διαχείριση των καταγγελιών που καταθέτουν πολλές φορές τα θύματα πριν την γυναικοκτονία τους; Αυτός ο ιστός τον οποίο πλέκουν δικαστήρια-αστυνομία-ΜΜΕ δεν λειτουργεί σε καμία περίπτωση για να προστατέψει τις θηλυκότητες. Υπέρογκα παράβολα για ασφαλιστικά μέτρα τα οποία δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική προστασία, καταγγελίες που καταλήγουν σε συρτάρια αρχείων, αστυνομικά τμήματα που δεν προσφέρουν καμία στήριξη στα θύματα που στρέφονται εκεί για βοήθεια και ΜΜΕ που λειτουργούν ως “πλυντήρια” δίνοντας βήμα σε κάθε σεξιστή να εκφράσει τις προσβλητικές και επικίνδυνες απόψεις του.

Το Δεκέμβριο του 1999 η συνέλευση του ΟΗΕ όρισε την 25η Νοεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, με στόχο να αναδείξει τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου. Η ημέρα είχε όμως ήδη καθιερωθεί άτυπα από γυναικείες οργανώσεις τη δεκαετία του ’80 εις μνήμην των αδελφών Mirabal ή διαφορετικά Las Mariposas (οι πεταλούδες). Οι αδερφές Mirabal πολέμησαν ενάντια στο δομινικανό δικτατορικό καθεστώς του Τρουχίγιο και γι’ άυτο συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και στραγγαλίστηκαν μέχρι θανάτου. Μετά τη δολοφονία τους κηρύχτηκαν “σύμβολα της λαϊκής και φεμινιστικής αντίστασης”.
Εκατομμύρια γυναίκες ανά τον κόσμο, κάθε μέρα υφίστανται διαφορετικές μορφές έμφυλης βίας, όπως σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική, παρενόχληση, βιασμούς, σωματεμπορία, μέχρι και δολοφονία. Στην Ελλάδα του 2023 μετράμε ήδη πάνω από 3.000 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας με θύματα γυναίκες και αυτός ο αριθμός αφορά μονάχα τα περιστατικά που έχουν καταγγελθεί, κάτι που σημαίνει πως ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων έμφυλης βίας που μένουν στην αφάνεια είναι μακράν μεγαλύτερος. Φαίνεται η έμφυλη βία να έχει κανονικοποιηθεί και σε αρκετές περιπτώσεις με άμεσο ή έμμεσο τρόπο να κατηγορείται το ίδιο το θύμα για την κατάληξη του. Στον τραγικό απολογισμό των θυμάτων έρχονται να προστεθούν και οι δολοφονίες τρανς ατόμων όπως η Άννα Ιβάνκοβα, τρανς μετανάστρια η οποία βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στο διαμέρισμά της στις 10 Ιουλίου του 2023. Μια γυναίκα η οποία ήρθε στην Ελλάδα προς αναζήτηση μιας νέας αρχής, η οποία συμμετείχε ενεργά στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα και ήρθε αντιμέτωπη με τον ρατσισμό και την τρανσφοβία με αποκορύφωση τη δολοφονία της. Στην βία που της ασκήθηκε ήρθε να προστεθεί και η βία του λόγου των ΜΜΕ, τα οποία ακόμη και μετά τον θάνατό της δε σεβάστηκαν την ταυτότητα της και μέσω του misgendering προσπάθησαν να διαφυλάξουν την πατριαρχία και την ετεροκανονικότητα που διατρέχουν την συντηρητική αυτή κοινωνία. Παρά τον μεγάλο αριθμό περιστατικών έμφυλης βίας στην Ελλάδα, φαίνεται να μην γίνεται καμία σοβαρή προσπάθεια για να αλλάξει η κατάσταση, με την Ελλάδα να παραμένει στις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τα έμφυλα ζητήματα.
Αρχικά, ο ιστός που πλέκουν δικαστήρια-αστυνομία-ΜΜΕ δεν λειτουργεί για να προστατέψει σε καμία περίπτωση τις γυναίκες και τις θηλυκότητες γενικότερα. Οι καταγγελίες για κακοποιήσεις καταλήγουν στα συρτάρια αρχείων των δικαστικών αρχών, ενώ οι θύτες δέχονται μόνο μια επίπληξη χωρίς ουσιαστικά να αναλαμβάνει κάποια κρατική αρχή την αναμόρφωση του θύτη και την προστασία της επιζώσας/ του επιζήσαντος. Οι θηλυκότητες που απευθύνθηκαν σε τοπικά αστυνομικά τμήματα για προστασία δική τους από τους θύτες, αλλά και για καταγγελία των θυτών τους, δεν βρήκαν καμία απολύτως στήριξη. Τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα όταν τα άτομα που υφίστανται κακοποίηση υφίστανται κι άλλες καταπιέσεις πέρα από τις έμφυλες, όπως οι μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι φτωχές, οι κρατούμενες, οι σεξεργάτριες, τα θύματα trafficking, τα trans άτομα κ.α.. Τις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναδεικνύονται καν οι ιστορίες τους, ενώ ακόμα κι αν ακουστούν έρχονται αντιμέτωπες/α με έντονη δυσπιστία, ενώ συχνά η δεινή τους θέση τις/τα αναγκάζει να μένουν με τους καταπιεστές τους. Η δυσπιστία που υπάρχει στην κοινωνία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έμφυλη βία είναι πολύ δύσκολο να έχει χειροπιαστές αποδείξεις καθώς τα περισσότερα περιστατικά γίνονται απουσία μαρτύρων το κάνει πιο εύκολο να αμφισβητηθεί το ίδιο το άτομο που δέχεται την βία. Τέλος, η υλική στήριξη των θηλυκοτήτων που έχουν βιώσει κακοποίηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν υπάρχουν δομές που να περιλαμβάνουν ξενώνες φιλοξενίας, συμβουλευτικά κέντρα, τόσο για τις ίδιες/ τα ίδια όσο και για τα παιδιά τους, αλλά και καμία πρόνοια για την ένταξη της κάθε επιζήσας στην αγορά εργασίας ή την οικονομική τους στήριξης.
Ωστόσο, πίσω από κάθε περιστατικό έμφυλης βίας μπορούν να εντοπιστούν οι ίδιες παθογένειες. Οι βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι φροντιστικές, υπομονετικές και υπάκουες, ότι υπάρχουν για να καλύπτουν τις ανάγκες των άλλων. ‘Ότι οι “άντρες δεν κλαίνε” και ότι η επιτυχία τους εξαρτάται από το πόσες ερωτικές κατακτήσεις έχουν. Είναι η ίδια η νοοτροπία της κτήσης μιας γυναίκας λες και είναι αντικείμενο και η αντίληψη της ατίμωσης εάν δεν είναι “πιστή” ή δεν υπακούει τις εντολές. Είναι όλα τα στερεότυπα που μας έχουν επιβάλλει από την κούνια ως προς τους έμφυλους ρόλους και τη σεξουαλικότητα. Εν ολίγοις, είναι η πατριαρχία.
Δεν ξεχνάμε κανένα θύμα έμφυλης βίας, γι’ αυτό και την 25η Νοέμβρη θα είμαστε στον δρόμο, με όπλο μας την αλληλεγγύη και η μια δίπλα στο άλλο να δηλώσουμε την εναντίωση μας σε πατριαρχία, κράτος και οποιαδήποτε εξουσία.
Να μην αφήσουμε κανένα/ καμία μόνο/η απέναντι στην έμφυλη βία.
Διεκδικούμε δομές προστασίας και υποστήριξης των επιζώντων ατόμων έμφυλης βίας.
Να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα οδηγούν στην προστασία και ενδυνάμωση των επιζησάντων ατόμων και όχι στον επανατραυματισμό τους.
Να ενθαρρύνουμε τα άτομα που βιώνουν κακοποίηση ή βρίσκονται σε κακοποιητικό περιβάλλον, να απεμπλακούν από τους κακοποιητές τους όταν νιώσουν τα ίδια έτοιμα.
Όλες/ όλα/ όλοι μαζί να γίνουμε το ανάχωμα στην επέλαση της πατριαρχίας, του κράτους και του καπιταλισμού
Κυριακή 19/11 στο Κοινωνικό Κέντρο Ovradera
18:00 Κάλεσμα για συμμετοχή νέων μελών
19:00 Συζήτηση-καφενείο «οι ζωές των μεταναστριών στον ελλαδικό χώρο»
Δευτέρα 20/11 στηρίζουμε τις δράσεις για την ημέρα μνήμης τρανς θυμάτων
Σάββατο 25/11 18:30 στην καμάρα πορεία ενάντια στην έμφυλη βία