Τον Δεκέμβριο του 2025 γνωστοποιήθηκε η υπόθεση ομαδικού βιασμού μιας 13χρονης με καταγωγή από τις Φιλιππίνες στη Θεσσαλονίκη από άτομα ηλικίας 14-19 ετών, τα οποία κατέγραφαν τις πράξεις τους με τα κινητά τους και στη συνέχεια προχώρησαν στην ανάρτηση του υλικού στο ίντερνετ. Η υπόθεση έγινε γνωστή έπειτα από καταγγελία του κοριτσιού και σχηματισμό δικογραφίας σε βάρος των έξι ατόμων. Η επιζώσα κατέθεσε οτι στο διάστημα από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2025 οι εμπλεκόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τη φιλική σχέση που είχε με έναν εξ αυτών για να την οδηγήσουν σε κοινόχρηστο χώρο πολυκατοικίας και σε τουαλέτες χώρου στάθμευσης προκειμένου να την κακοποιήσουν.
Τον ίδιο μήνα, εντοπίστηκε και εξαρθρώθηκε ένα κύκλωμα human trafficking στη Θεσσαλονίκη τα μέλη του οποίου διακινούσαν γυναίκες από χώρες της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Βραζιλία, Βενεζουέλα, Παραγουάη) με ψευδείς υποσχέσεις εργασίας και τις εκμεταλλεύονταν, εξαναγκάζοντας τες σε σεξεργασία. Οι γυναίκες αμείβονταν με πολύ μικρότερα ποσά από αυτά που τους είχαν υποσχεθεί και όταν προσπαθούσαν να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση αντιμετώπιζαν απειλές και εκβιασμούς. Σε αυτό το κύκλωμα συμμετείχαν 15 άτομα, ενώ στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται κι άλλα 20 άτομα με περιφερειακούς ρόλους.
Μπορεί τα 2 περιστατικά να είναι διαφορετικά αλλά έχουν κοινές ρίζες στην πατριαρχία, την αντιμετώπιση των θηλυκοτήτων ως άτομα με λιγότερη αξία. Πεποίθηση η οποία δικαιολογεί την εκμετάλλευση και κακοποίηση τους. Βλέπουμε και στις 2 περιπτώσεις πως οι επιζώσες λόγω της μεταναστευτικής τους ταυτότητας καθίστανται πιο ευάλωτες σε κακοποιητικές συμπεριφορές καθώς ο ρατσισμός ενισχύει και ενισχύεται από την πατριαρχία. Οι κακοποιητές χρησιμοποιούν τα εργαλεία του φόβου και της απειλής για να αποδυναμώσουν και να κρατήσουν σε καθεστώς εξάρτησης τις επιζώσες. Στην περίπτωση του trafficking χρησιμοποιείται επιπλέον η οικονομική χειραγώγηση και βία που ασκείται στα άτομα ώστε να νιώθουν οτι είναι μόνα και αβοήθητα. Στην περίπτωση του ομαδικού βιασμού, η βία χρησιμοποιείται ως επικύρωση της αρρενωπότητας και της επίδειξης δύναμης απέναντι στις θηλυκότητες. Σε κάθε περίπτωση οι δράστες έχουν γαλουχηθεί με την ιδέα ότι οι θηλυκότητες αποτελούν αντικείμενα τα οποία μπορούν να κατέχουν και να εκμεταλλεύονται.
Στη διαιώνιση αυτών των περιστατικών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και η στάση της ευρύτερης κοινωνίας, εντός της οποίας αναπαράγονται οι πατριαρχικές αντιλήψεις και η οποία τις περισσότερες φορές, αντί να στραφεί εναντίων των κακοποιητών, στρέφει το βλέμμα στα επιζώντα άτομα κατηγορώντας τα (γιατί βρισκόταν εκεί που βρισκόταν, γιατί εμπιστεύτηκαν κάποιον κτλ). Το victim blaming εντείνει το αίσθημα ντροπής και ενοχής που φέρουν συνήθως ως βάρος τα επιζώντα άτομα. Με τον τρόπο αυτό εγκαθιδρύεται κοινωνικά ένα καθεστώς σιωπής και συνενοχής απέναντι σε τέτοιες κακοποιητικές συμπεριφορές αποθαρρύνοντας πολλά άτομα να μιλήσουν για τις δικές τους εμπειρίες. Επιπλέον συχνό είναι το αφήγημα οτι ο βιαστής/ κακοποιητής είναι ένα άτομο με συγκεκριμένο προφίλ (ταξικό, φυλετικό), άτομο επικίνδυνο που “παραμονεύει” για να επιτεθεί. Στην πραγματικότητα όμως είναι άτομα καθημερινά, τις περισσότερες φορές στον κοντινό κύκλο των επιζωσών. Μπορεί να είναι συγγενείς, συνάδελφοι, αφεντικά, συμμαθητές, φίλοι, καθηγητές κτλ, γεγονός που μπορεί να καθιστά ακόμα πιο δύσκολο το να μιλήσουν τα επιζώντα.
Οι ιστορίες έμφυλης βίας είναι καθημερινές, το ίδιο όμως και οι ιστορίες αντίστασης σε αυτήν. Αν δε θέλουμε να ακούμε κάθε εβδομάδα κι άλλο ένα περιστατικό έμφυλης βίας οφείλουμε να αποδομούμε τις πατριαρχικές και ετεροκανονικές αντιλήψεις, να στεκόμαστε αλληλέγγυα με τα άτομα που έχουν βιώσει κακοποίηση και να μη δείχνουμε καμία ανοχή στις μικρές και καθημερινές εκφάνσεις της έμφυλης βίας γιατί είναι αυτές που αν δεν τις ξεριζώσουμε από την αρχή θα θεριέψουν και θα γιγαντωθούν.
Είναι στο χέρι μας να αποδομήσουμε τους έμφυλους ρόλους που μας μάθαν στην οικογένεια, το σχολείο, την εκκλησία, την τηλεόραση. Είναι στο χέρι μας να αμφισβητήσουμε το τι είναι «κανονικό», να συγκρουστούμε με όσους μας λένε πώς πρέπει να φερόμαστε, να ντυνόμαστε, να περπατάμε, να μιλάμε, πώς πρέπει να παίζουμε και να διασκεδάζουμε, με ποιον πρέπει να ερωτευόμαστε, πώς, που και πότε «επιτρέπεται» να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Είναι στο χέρι μας να αντιληφθούμε ότι το τι θεωρείται φυσιολογικό και τι όχι δεν προκύπτει από κάποιον νόμο της φύσης, αλλά επιβάλλεται και αλλάζει κατά το δοκούν από όσους κατέχουν την εξουσία προκειμένου να διαιρούν την κοινωνική βάση για να μην αμφισβητείται η κυριαρχία τους.
Πέρα όμως από όσα μπορεί να κάνει καθεμία και καθένα(ς) από εμάς σε ατομικό επίπεδο στην καθημερινότητά της/του προκειμένου να αποτραπούν περιστατικά έμφυλης βίας, είναι σημαντικό να δημιουργούμε κοινότητες και συλλογικότητες όπως φεμινιστικές/αντιπατριαρχικές/κουηρ ομάδες προκειμένου να αναδεικνύονται ευρύτερα αυτά τα ζητήματα, να στεκόμαστε οργανωμένα απέναντι σε περιστατικά έμφυλης βίας, να δημιουργούμε ασφαλείς χώρους που θα λειτουργούν ενδυναμωτικά για επιζώντα κακοποίησης και θα μπορούν να σπαν το καθεστώς απομόνωσης που τους επιβάλλεται. Να διεκδικούμε αλλαγές σε θεσμικό επίπεδο οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν στο σήμερα τις ζωές των ατόμων που υφίστανται κακοποίηση, όπως δομές φιλοξενίας για άτομα που έχουν υποστεί έμφυλη κακοποίηση και χρειάζονται ασφαλή στέγαση μακριά από τους κακοποιητες τους, δομές στήριξης για δωρεάν ψυχολογική και ιατρική υποστήριξη επιζώντων έμφυλης βίας και υποστηρικτικό πλαίσιο στο σχολικό περιβάλλον.
Στο δρόμο στη δουλεία και στο λεωφορείο όποιος απλώνει χέρι θα φεύγει με φορείο
Καμία ανοχή στην έμφυλη βία – Καμία μόνη – Κανένα μόνο
Καλούμε σε μικροφωνική συγκέντρωση
Σάββατο 7/02, 13:00, Αγίας Σοφίας με Ερμού
