Η 8η Μάρτη είναι ημέρα μνήμης, αγώνα και διεκδικήσεων. Ούτε γιορτή, ούτε εμπόρευμα.

Πιάνοντας το νήμα των αγώνων των θηλυκοτήτων, από την πρώτη απεργία των εργατριών το 1804, μέχρι και σήμερα, οποιαδήποτε κατάκτηση μας είναι αποτέλεσμα αγώνων και οπισθοχώρηση της εξουσίας μπροστά σε αυτούς.  Τίποτα δεν μας χαρίστηκε, οι κατακτήσεις είναι αποτέλεσμα των απεργιών, των διαδηλώσεων και την δημιουργία γυναικείων σωματείων από τη μεγάλη Βρετανία μέχρι τις ΗΠΑ. Είναι αποτέλεσμα του ξεσηκωμού και των μακροχρόνιων κινητοποιήσεων των εργατριών που εναντιώθηκαν στις άθλιες συνθήκες εργασίας και στην υποτίμηση των ζώων τους από τα αφεντικά. Ωστόσο η εξουσία δεν σταμάτησε πότε να προσπαθεί να άρει όσα κερδήθηκαν με αγώνες. Γι’ αυτό οφείλουμε να συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε, ειδικά σε μια εποχή που εντείνεται η καταπίεση που επιβάλλουν η πατριαρχία, το κράτος και ο καπιταλισμός.

  Ερχόμενα στο σήμερα, αποτελεί γεγονός ότι οι ζωές μας εξακολουθούν να μην έχουν σημασία για το κεφάλαιο και την εξουσία. Τα εγκλήματα των Τεμπών, της Πύλου και της Χίου να αποτελούν κάποια από τα πιο γνωστά παραδείγματα. Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι ιμπεριλιαστικές επεμβάσεις δεν είναι καθόλου μακριά μας, με μεγαλύτερη αυτή τη στιγμή τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το κράτος– δολοφόνο του Ισραήλ. Οι πολεμικές δαπάνες της χώρας φτάνουν τα δισεκατομμύρια, ενώ τα εργαζόμενα άτομα επιβιώνουν με μισθούς πείνας. Τα αιτήματα μας ως εργατριες συστηματικά αγνοούνται από τους εργοδότες μας, και επειδή είμαστε θυληκότητες, και επειδή είμαστε εργάτριες. Κάθε χρόνο μετράμε εργατικές δολοφονίες, με αποκορύφωμα τις 5 νεκρές εργάτριες στη βιομηχανία “Βιολάντα”, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας. Με τις πλάτες του κράτους, οι επιχειρήσεις καταπατούν συστηματικά τους εργασιακούς νόμους, ενώ το ίδιο το κράτος φροντίζει να ξηλώνει τα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα, προς όφελος του κεφαλαίου οδηγώντας στην εξάντληση τα/τις/τους εργαζόμενα/ες/ους. Η ακροδεξιά ρητορική και η νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις παγκοσμίως, δεν διστάζουν να θυσιάζουν ακόμα και τις ζωές μας στον βωμό του κέρδους. Ενάντια σε ένα σύστημα λοιπόν, που γεννά θάνατο και εκμετάλλευση, που μας θέλει συμμορφωμένες και πειθήνιες για να εξυπηρετούμε τα συμφέροντα του κεφαλαίου, οι αγώνες μας είναι πιο επίκαιροι και επιτακτικοί από ποτέ.

Κατακτήσεις που τις θεωρούμε δεδομένες, όπως η άμβλωση, βλέπουμε να αμφισβητούνται με νέους νόμους τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ε.Ε. Ακόμα, έμπρακτα παρατηρούμε ότι οι διοικητές των νοσοκομείων αρνούνται σε άτομα με μήτρα το κατοχυρωμένο δικαίωμα τους στην ασφαλή άμβλωση. Ο λόγος, απλούστατα, ότι οι ίδιοι δεν το θεωρούν σωστό… Μέσα από την ηθική αξιολόγηση στα σώματα μας, μας επιβάλουν σε έναν εξευτελισμό και μειώνουν την αξία μας. Μέσα από τον έλεγχο στα σώματα μας προσπαθούν να μας ωθήσουν στον ιδιωτικό τομέα, κάνοντας την υγεία προτέρημα. Νομοθεσίες που απειλούν την αυτοδιάθεση μας και ωθούν σε παράνομες και επικίνδυνες επεμβάσεις με αρνητικές συνέπειες στα σώματα και την ψυχική υγεία μας. Από την άλλη στην Ελλάδα, το νέο νομοθετικό πλαίσιο περιορίζει το καθηκοντολόγιο των μαιών/ μαιευτών, με αποτέλεσμα να τους αφαιρεί την αρμοδιότητα για την ανεξάρτητη παρακολούθηση  και εκτέλεση φυσιολογικών τοκετών, αν δεν υπάρχει γιατρός στη δομή. Αυτό “απομακρύνει” τις μαίες από τις γυναίκες, μετατρέποντας την φυσιολογική γέννα από μια βιολογική διαδικασία σε  ιατρική πράξη, με κίνδυνο την περαιτέρω αύξηση των καισαρικών και ιατρικών παρεμβάσεων. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για όσες κατοικούν σε απομακρυσμένες περιοχές και στην επαρχία, όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι γιατροί, ακόμα και για επείγουσες περιπτώσεις.

Η υποτίμηση της αυτοδιάθεσης, της ελευθερίας και της ζωής μας ολόκληρης γιγαντώνεται στα σώματα των θηλυκοτήτων με την υποκρισία του κράτους και των μηχανισμών του, που σε κάθε ευκαιρία ξεπλένει και συγκαλύπτει παιδοβιαστές, μαστροπούς, γυναικοκτόνους. Με εισαγγελείς που θεωρούν ότι ένα 12χρονο παιδί μπορεί να συναινέσει σε σεξουαλικές πράξεις.  Με μπάτσους που βιάζουνε γυναίκες μέσα στα τμήματα ( όπως η υπόθεση βιασμού της 19χρονης στο ΑΤ Ομόνοιας) που δολοφονούν ρομά και μετανάστ(ρι)ες, που διώχνουν θύματα έμφυλης βίας από τα τμήματα και διατρανώνουν ότι συντελούν ενεργά στην εξάλειψη της έμφυλης βίας, επειδή έφτιαξαν …το panic button. Με δικαστικούς που διώκουν θύματα trafficking, που κατηγορούν και ρίχνουν την ευθύνη στα επιζώντα ότι δε κατήγγειλαν νωρίτερα τους κακοποιητές τους, επανατραυματίζοντας τα επιζώντα. Τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα όταν τα άτομα που υφίστανται κακοποίηση, υφίστανται κι άλλες καταπιέσεις πέρα από τις έμφυλες, όπως οι μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι φτωχές, οι κρατούμενες, οι σεξεργάτριες, τα θύματα trafficking κ.α. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναδεικνύονται καν οι ιστορίες τους, ενώ ακόμα κι αν ακουστούν έρχονται αντιμέτωπες/α με έντονη καχυποψία, ενώ συχνά η δεινή τους θέση τις/τα αναγκάζει να μένουν με τους καταπιεστές τους.

Επιπλέον, μέσα στη σύνθεση ενός δημόσιου χώρου που δεν χωρά οτιδήποτε θεωρείτε ως περιθωριακό και «άλλο», τα υποκείμενα που φέρουν πολλαπλές ταυτότητες εκτοπίζονται, αορατοποιούνται και δέχονται διαρκή υποτίμηση και βία. Οι τρανσφοβικές και ομοφοβικές επιθέσεις μας δείχνει ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μοιρασμένος σε όλους και όλα το ίδιο. Ένας ακόμα διαχωρισμός που έρχεται από τα πάνω με θεσμικούς φορείς να αναφέρονται και να αποδέχονται μόνο δύο φύλα και να ενισχύουν το αφήγημα της ετεροκανονικότητας, κανονικοποιώντας και διαχέοντας στην κοινωνία τη σεξιστική ρητορική, την τρανσφοβία και την ομοφοβία.

΄Όσο κι αν επιδιώκουν το κράτος και το κεφάλαιο με διάφορα τεχνάσματα να υποβιβάσουν το νόημα της 8ης Μάρτη, με την απαγόρευση των απεργιακών κινητοποιήσεων στην Αθήνα από τη μια, και με τη μετατροπή της για ακόμη μια χρονιά σε καπιταλιστική γιορτή «τιμώντας την καλή σύζυγο, την καλή μητέρα, την καλή νοικοκυρά», εμείς θα είμαστε εδώ για να αναδείξουμε το πραγματικό νόημα αυτής της ημέρας. Για εμάς η 8η Μάρτη αποτελεί ημέρα μνήμης και ταξικών αγώνων ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο.

Όλες/α μαζί αντιστεκόμαστε σε κάθε συστημική προσπάθεια υποβάθμισης των ζωών μας.

Να σταματήσουν οι εμφυλοκτονίες.

Να βάλουμε τέλος στην έμφυλη βία και καταπίεση.

Να προσδιορίζουμε εμείς τα ίδια το φύλο και την σεξουαλικότητα μας. Καμία ανοχή σε τρανσοφοβικές και ομοφοβικές επιθέσεις και συμπεριφορές.

Να σταθούμε δίπλα σε κάθε καταπιεσμένη μετανάστρια, σε κάθε καταπιεσμένη εργάτρια, σε κάθε επιζώσα έμφυλης κακοποίησης.

Να υψώσουμε ανάχωμα στις ορέξεις του κράτους και των αφεντικών που θέλουν να δουλεύουμε με μισθούς πείνας μέχρι να πεθάνουμε.*

Να σπάσουμε το φράγμα των έμφυλων διακρίσεων σε μισθολογικά ζητήματα.

Να βάλουμε φρένο στον θάνατο που σπέρνουν κράτος και κεφάλαιο με τις πλάτες των ΜΜΕ.

Διεκδικούμε δημόσια, δωρεάν και ποιοτική υγεία. Με ελεύθερες, ασφαλής  και δωρεάν αμβλώσεις/τοκετούς για όσα άτομα το επιθυμούν.

Αγωνιζόμαστε για μια κοινωνία όπου η αυτοδιάθεση του ατόμου θα είναι αυτονόητη, που η επιλογή διακοπής κύησης δε θα τίθεται σε “δημόσια διαβούλευση”.

Να μην αφήσουμε τα θύματα trafficking μόνα τους απέναντι στις αδηφάγες ορέξεις των κακοποιητών τους.

Απέναντι στο καθεστώς διαίρεσης που προσπαθεί να επιβάλλει η εξουσία αγωνιζόμαστε για έναν κόσμο αλληλεγγύης, ισότητας, ελευθερίας.
 

Αλληλεγγύη στα επιζώντα έμφυλης βίας (μικροφωνική συγκέντρωση)

Τον Δεκέμβριο του 2025 γνωστοποιήθηκε η υπόθεση ομαδικού βιασμού μιας 13χρονης με καταγωγή από τις Φιλιππίνες στη Θεσσαλονίκη από άτομα ηλικίας 14-19 ετών, τα οποία κατέγραφαν τις πράξεις τους με τα κινητά τους και στη συνέχεια προχώρησαν στην ανάρτηση του υλικού στο ίντερνετ. Η υπόθεση έγινε γνωστή έπειτα από καταγγελία του κοριτσιού και σχηματισμό δικογραφίας σε βάρος των έξι ατόμων. Η επιζώσα κατέθεσε οτι στο διάστημα από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2025 οι εμπλεκόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τη φιλική σχέση που είχε με έναν εξ αυτών για να την οδηγήσουν σε κοινόχρηστο χώρο πολυκατοικίας και σε τουαλέτες χώρου στάθμευσης προκειμένου να την κακοποιήσουν.

Τον ίδιο μήνα, εντοπίστηκε και εξαρθρώθηκε ένα κύκλωμα human trafficking στη Θεσσαλονίκη τα μέλη του οποίου διακινούσαν γυναίκες από χώρες της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Βραζιλία, Βενεζουέλα, Παραγουάη) με ψευδείς υποσχέσεις εργασίας και τις εκμεταλλεύονταν, εξαναγκάζοντας τες σε σεξεργασία. Οι γυναίκες αμείβονταν με πολύ μικρότερα ποσά από αυτά που τους είχαν υποσχεθεί και όταν προσπαθούσαν να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση αντιμετώπιζαν απειλές και εκβιασμούς. Σε αυτό το κύκλωμα συμμετείχαν 15 άτομα, ενώ στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται κι άλλα 20 άτομα με περιφερειακούς ρόλους.

Μπορεί τα 2 περιστατικά να είναι διαφορετικά αλλά έχουν κοινές ρίζες στην πατριαρχία, την αντιμετώπιση των θηλυκοτήτων ως άτομα με λιγότερη αξία. Πεποίθηση η οποία δικαιολογεί την εκμετάλλευση και κακοποίηση τους. Βλέπουμε και στις 2 περιπτώσεις πως οι επιζώσες λόγω της μεταναστευτικής τους ταυτότητας καθίστανται πιο ευάλωτες σε κακοποιητικές συμπεριφορές καθώς ο ρατσισμός ενισχύει και ενισχύεται από την πατριαρχία. Οι κακοποιητές χρησιμοποιούν τα εργαλεία του φόβου και της απειλής για να αποδυναμώσουν και να κρατήσουν σε καθεστώς εξάρτησης τις επιζώσες. Στην περίπτωση του trafficking χρησιμοποιείται επιπλέον η οικονομική χειραγώγηση και βία που ασκείται στα άτομα ώστε να νιώθουν οτι είναι μόνα και αβοήθητα. Στην περίπτωση του ομαδικού βιασμού, η βία χρησιμοποιείται ως επικύρωση της αρρενωπότητας και της επίδειξης δύναμης απέναντι στις θηλυκότητες. Σε κάθε περίπτωση οι δράστες έχουν γαλουχηθεί με την ιδέα ότι οι θηλυκότητες αποτελούν αντικείμενα τα οποία μπορούν να κατέχουν και να εκμεταλλεύονται.

Στη διαιώνιση αυτών των περιστατικών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και η στάση της ευρύτερης κοινωνίας, εντός της οποίας αναπαράγονται οι πατριαρχικές αντιλήψεις και η οποία τις περισσότερες φορές, αντί να στραφεί εναντίων των κακοποιητών, στρέφει το βλέμμα στα επιζώντα άτομα κατηγορώντας τα (γιατί βρισκόταν εκεί που βρισκόταν, γιατί εμπιστεύτηκαν κάποιον κτλ). Το victim blaming εντείνει το αίσθημα ντροπής και ενοχής που φέρουν συνήθως ως βάρος τα επιζώντα άτομα. Με τον τρόπο αυτό εγκαθιδρύεται κοινωνικά ένα καθεστώς σιωπής και συνενοχής απέναντι σε τέτοιες κακοποιητικές συμπεριφορές αποθαρρύνοντας πολλά άτομα να μιλήσουν για τις δικές τους εμπειρίες. Επιπλέον συχνό είναι το αφήγημα οτι ο βιαστής/ κακοποιητής είναι ένα άτομο με συγκεκριμένο προφίλ (ταξικό, φυλετικό), άτομο επικίνδυνο που “παραμονεύει” για να επιτεθεί. Στην πραγματικότητα όμως είναι άτομα καθημερινά, τις περισσότερες φορές στον κοντινό κύκλο των επιζωσών. Μπορεί να είναι συγγενείς, συνάδελφοι, αφεντικά, συμμαθητές, φίλοι, καθηγητές κτλ, γεγονός που μπορεί να καθιστά ακόμα πιο δύσκολο το να μιλήσουν τα επιζώντα.

Οι ιστορίες έμφυλης βίας είναι καθημερινές, το ίδιο όμως και οι ιστορίες αντίστασης σε αυτήν. Αν δε θέλουμε να ακούμε κάθε εβδομάδα κι άλλο ένα περιστατικό έμφυλης βίας οφείλουμε να αποδομούμε τις πατριαρχικές και ετεροκανονικές αντιλήψεις, να στεκόμαστε αλληλέγγυα με τα άτομα που έχουν βιώσει κακοποίηση και να μη δείχνουμε καμία ανοχή στις μικρές και καθημερινές εκφάνσεις της έμφυλης βίας γιατί είναι αυτές που αν δεν τις ξεριζώσουμε από την αρχή θα θεριέψουν και θα γιγαντωθούν.

Είναι στο χέρι μας να αποδομήσουμε τους έμφυλους ρόλους που μας μάθαν στην οικογένεια, το σχολείο, την εκκλησία, την τηλεόραση. Είναι στο χέρι μας να αμφισβητήσουμε το τι είναι «κανονικό», να συγκρουστούμε με όσους μας λένε πώς πρέπει να φερόμαστε, να ντυνόμαστε, να περπατάμε, να μιλάμε, πώς πρέπει να παίζουμε και να διασκεδάζουμε, με ποιον πρέπει να ερωτευόμαστε, πώς, που και πότε «επιτρέπεται» να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Είναι στο χέρι μας να αντιληφθούμε ότι το τι θεωρείται φυσιολογικό και τι όχι δεν προκύπτει από κάποιον νόμο της φύσης, αλλά επιβάλλεται και αλλάζει κατά το δοκούν από όσους κατέχουν την εξουσία προκειμένου να διαιρούν την κοινωνική βάση για να μην αμφισβητείται η κυριαρχία τους.

Πέρα όμως από όσα μπορεί να κάνει καθεμία και καθένα(ς) από εμάς σε ατομικό επίπεδο στην καθημερινότητά της/του προκειμένου να αποτραπούν περιστατικά έμφυλης βίας, είναι σημαντικό να δημιουργούμε κοινότητες και συλλογικότητες όπως φεμινιστικές/αντιπατριαρχικές/κουηρ ομάδες προκειμένου να αναδεικνύονται ευρύτερα αυτά τα ζητήματα, να στεκόμαστε οργανωμένα απέναντι σε περιστατικά έμφυλης βίας, να δημιουργούμε ασφαλείς χώρους που θα λειτουργούν ενδυναμωτικά για επιζώντα κακοποίησης και θα μπορούν να σπαν το καθεστώς απομόνωσης που τους επιβάλλεται. Να διεκδικούμε αλλαγές σε θεσμικό επίπεδο οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν στο σήμερα τις ζωές των ατόμων που υφίστανται κακοποίηση, όπως δομές φιλοξενίας για άτομα που έχουν υποστεί έμφυλη κακοποίηση και χρειάζονται ασφαλή στέγαση μακριά από τους κακοποιητες τους, δομές στήριξης για δωρεάν ψυχολογική και ιατρική υποστήριξη επιζώντων έμφυλης βίας και υποστηρικτικό πλαίσιο στο σχολικό περιβάλλον.

Στο δρόμο στη δουλεία και στο λεωφορείο όποιος απλώνει χέρι θα φεύγει με φορείο

Καμία ανοχή στην έμφυλη βία – Καμία μόνη – Κανένα μόνο

Καλούμε σε μικροφωνική συγκέντρωση

Σάββατο 7/02, 13:00, Αγίας Σοφίας με Ερμού

Τα αφεντικά όταν παρενοχλούν, απέναντι τους θα μας βρουν

Την Παρασκευή 19/12, πραγματοποιήθηκε έξω από τον Ιπποπόταμο, μαγαζί εστίασης στην περιοχή της Ροτόντας, παρέμβαση ενάντια σε παρενοχλητικές/παραβιαστικές συμπεριφορές που είχαν πραγματοποιηθεί από αφεντικά σε εργαζόμενες και σε πελάτισσα του εν λόγω μαγαζιού. Η δράση, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 80 άτομα, διοργανώθηκε από την αντιπατριαρχική ομάδα “Μαρμάγκα”, τη συλλογικότητα για τον ελευθεριακό φεμινισμό “Rabbia Viola”, την ομάδα για την ανάδυση/ανάδειξη του κουήρ φεμινισμού “Calvaluna”, την ομάδα δράσης και αλληλεγγύης “Ανάρες” και αλληλέγγυα άτομα, ενώ στηρίχθηκε και από άλλες ομάδες, όπως η Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης, η Οριζόντια Κίνηση για την αναρχία και τον ελευθεριακό κομμουνισμό και συντρόφια. Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης μοιράστηκε κείμενο στους πελάτες του μαγαζιού καθώς και σε διερχόμενες στο οποίο καταγγέλλονταν τα περιστατικά παραβίασης/παρενόχλησης, πετάχτηκαν τρικάκια, φωνάχτηκαν συνθήματα ενάντια στην έμφυλη βία και κρεμάστηκε σχετικό πανό στην περιοχή.

Η παρέμβαση είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση των πελατών από το κατάστημα, την παραίτηση των υπόλοιπων εργαζομένων εις ένδειξη αλληλεγγύης, το κλείσιμο του μαγαζιού το ίδιο βράδυ και την υπολειτουργία του τις επόμενες μέρες

Μέσα στο ζόφο που περιστατικά παρενόχλησης/παραβίασης αποτελούν καθημερινότητα -ειδικά για άτομα που εργάζονται στην εστίαση- ιστορίες σαν αυτή δείχνουν πώς το «καμία μόνη/κανένα μόνο» δεν είναι ένα απλό τσιτάτο αλλά έμπρακτη στάση αλληλεγγύης η οποία μπορεί να σταθεί ανάχωμα σε τέτοια περιστατικά. Η πατριαρχία μας έχει μάθει να ντρεπόμαστε, να φοβόμαστε και να σωπαίνουμε όταν είμαστε αποδέκτες έμφυλης βίας. Ήρθε η ώρα ο φόβος να αλλάξει πλευρά.


ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ, ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΛΩΝΕΙ ΧΕΡΙ ΘΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΕ ΦΟΡΕΙΟ


ΚΑΜΙΑ ΜΟΝΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΜΟΝΟ»

Κάλεσμα στήριξης για την πορεία της 6ης Δεκεμβρίου

Το όπλο του μπάτσου είναι μαγικό ρίχνει στον αέρα και βρίσκει στο ψαχνό.

Στις 6 Δεκεμβρίου του 2008 οι μπάτοι Κορκονέας και Σαραλιώτης δολοφονούν τον 15χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στα Εξάρχεια. Μετράμε 17 χρόνια από εκείνη την ημέρα της δολοφονίας του Αλλέξανδρου, αλλά δυστυχώς συνεχίζουμε να μετράμε και άλλες κρατικές δολοφονίες από τους ένστολους δολοφόνους της ΕΛ.ΑΣ.

Νίκος Σαμπάνης, 18 ετών δολοφονημένος από σφαίρες μπάτσου, 22/10/2021, Αθήνα

Κώστας Κάλο Φραγκούλης , 16 ετών δολοφονημένος από σφαίρα μπάτσου , 5/12/2022, Θεσσαλονίκη

Κώστας Μαθιουδάκης, 58 ετών δολοφονημένος από ξυλοδαρμό από μπάτσους, 1/9/2023, Χανιά

Μες στα πολλά θύματα της αστυνομικής βίας δεν ξεχνάμε και την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου που υπέστη άγριο ξυλοδαρμό από μπάτσους στον Βόλο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την χειροτέρευση της ψυχικής και σωματικής του υγείας πράγμα που τον οδήγησε στον θάνατο στις 14/7/2020.

Οι βασανιστές και δολοφόνοι μπάτσοι είναι όλοι ελεύθεροι και οι περισσότεροι είναι εν ενεργεία αστυνομικοί. Κάτι το οποίο μας δείχνει την ουσία του κράτους και των μηχανισμών του που με αναλγησία δολοφονεί και διώκει όσους θεωρεί πως περισσεύουν, πως αντιστέκονται, πως αγωνίζονται και πως διαταράσσουν την κατα τ’άλλα “ευρύθμη” λειτουργία του.

Όμως, ο χρόνος δεν διαγράφει τη μνήμη μας. Είμαστε όλες/οι/α εδώ για να αγωνιστούμε ενάντια στην κρατική καταστολή και να σταθούμε εμπόδιο στα σχέδια του κράτους για ολοένα και μεγαλύτερη φτωχοποίηση των από τα κάτω και την σφοδρή επίθεση που εξαπολύει στον κόσμο του αγώνα, με καταστολή, βία και φυλακίσεις.

Στηρίζουμε τα ελευθεριακά αναρχικά μπλόκ που καλούν σε πορεία το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου στις 18:00 στην Καμάρα.

25η Νοέμβρη αγωνιζόμαστε ενάντια στην έμφυλη βία

Το Δεκέμβριο του 1999 η συνέλευση του ΟΗΕ όρισε την 25η Νοεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, με στόχο να αναδείξει τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου. Μια τέτοια ημέρα, δεν μπορεί παρά να μας βρει στον δρόμο, όχι επειδή οι παγκόσμιες ημέρες σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο για μας, αλλά  επειδή από τη δεκαετία του ’80, που οι τότε γυναικείες οργανώσεις την  είχαν καθιερώσει άτυπα εις μνήμην των αδελφών Mirabal, διαφορετικά  Las Mariposas (οι πεταλούδες), δεν σταματήσαμε να θρηνούμε αδερφές μας. Οι αδερφές Mirabal πολέμησαν ενάντια στο δομινικανό δικτατορικό καθεστώς  του  Τρουχίγιο  και  γι’  αυτό  συνελήφθησαν,  βασανίστηκαν,  ξυλοκοπήθηκαν και στραγγαλίστηκαν μέχρι θανάτου. Μετά τη δολοφονία  τους κηρύχτηκαν «σύμβολα της λαϊκής και φεμινιστικής αντίστασης».

Ανά τον κόσμο, θηλυκότητες  και  τρανς  άτομα  όλων  των  ηλικιών είναι θύματα μιας βαθιά ανδροκρατούμενης και πατριαρχικής κοινωνίας. Κάθε μέρα υφίστανται διαφορετικές μορφές έμφυλης βίας, όπως σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική, παρενόχληση, βιασμούς, σωματεμπορία, μέχρι και δολοφονία. Στην Ελλάδα, μόνο τον τελευταίο χρόνο είχαμε κάθε μήνα σχεδόν μια με δυο γυναικοκτονίες το μήνα.

Αρχικά, ο ιστός που πλέκουν δικαστήρια-αστυνομία-ΜΜΕ δεν λειτουργεί  για  να  προστατέψει  κανένα  μας.  Οι  καταγγελίες  για  κακοποιήσεις καταλήγουν στα συρτάρια αρχείων των δικαστικών αρχών, ενώ οι θύτες  δέχονται  μόνο  μια  επίπληξη  χωρίς  ουσιαστικά  να  αναλαμβάνει  κάποια  κρατική αρχή την αναμόρφωση τους και την προστασία και στήριξη των επιζώντων. Οι  θηλυκότητες  που  απευθύνονται  σε  τοπικά  αστυνομικά  τμήματα για  προστασία  δική  τους  από  τους  θύτες,  αλλά  και  για  καταγγελία των  ίδιων  των  θυτών  τους,  δεν  βρίσκουν  καμία  απολύτως  στήριξη. Αντιθέτως έρχονται αντιμέτωπες με την απαξίωση, τη δυσπιστία και ο επανατραυματισμός τους είναι δεδομένος. Οι αναπαραστάσεις των περιστατικών έμφυλης βίας στα ΜΜΕ πάλι, γίνονται με εξαιρετικά προβληματικό τρόπο, χαρακτηρίζοντας τα τις περισσότερες φορές, ως οικογενειακές τραγωδίες, με τους δράστες να αποκαλούνται  «τέρατα», καλλιεργώντας την αίσθηση πως η ίδια τους η ύπαρξη αποτελεί  μια  εξαίρεση  στην  κατά  τα  άλλα  ομαλή  λειτουργία  του  κοινωνικού συνόλου. Επιπλέον  η ψυχιατρικοποίηση και παθολογικοποίηση της βίας που ασκούν οι κακοποιητές, κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, ως ένα άλλο  εργαλείο βέβαια, εκρίζωσης των κοινωνικών ερεισμάτων της έμφυλης βίας.

Τα  πράγματα  είναι  ακόμα  πιο  δύσκολα  όταν  τα  άτομα  που  υφίστανται κακοποίηση,  υφίστανται  κι  άλλες  καταπιέσεις  πέρα  από  τις  έμφυλες, όπως οι μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι φτωχές, οι κρατούμενες, οι  σεξεργάτριες,  τα  θύματα  traficking  κ.α.  Στις  περισσότερες περιπτώσεις δεν αναδεικνύονται καν οι ιστορίες τους, ενώ ακόμα κι αν ακουστούν έρχονται αντιμέτωπες/α με έντονη καχυποψία, ενώ συχνά η δεινή τους θέση τις/τα αναγκάζει να μένουν με τους καταπιεστές τους. Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε σε μία περίοδο όξυνσης του κοινωνικού εκφασισμού, η οποία εκπορεύεται από τα πάνω και διαχέεται στη βάση, όπου τα άτομα με μη ετεροκανονικές ταυτότητες, αναγκάζονται να διεκδικούν ξανά και ξανά την ορατότητα και την ασφάλεια τους στον κοινωνικό ιστό. Κοινώς, διεκδικούν το αυτονόητο, να μπορούν να εκφράζουν την ταυτότητά τους ή την τρυφερότητά με τους συντρόφους τους στο δημόσιο χώρο, όπως ακριβώς και τα άτομα που εμπίπτουν στα πρότυπα της ετεροκανονικότητας. Και ενώ επιτέλους αυτό γίνεται αποδεκτό από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ταυτόχρονα συντηρητικές και φασιστικές μειοψηφίες προσπαθούν να επιτεθούν σε όσα με αγώνες έχουν κατακτηθεί.

Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι την οργή μας για τα παραπάνω, δεν την συνοδεύει η έκπληξη. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός πως κρατικοί θεσμοί εντείνουν την απειλή αντί να την εξαλείφουν, καθώς αφετηριακά δημιουργήθηκαν  για  να  αποτελούν  τους  κύριους  οχυρωτικούς μηχανισμούς  του  κράτους  από  οποιεσδήποτε  «εξωγενείς  ταραχές»,  με κάθε κόστος.

Όλα αυτά σε μια χρονική στιγμή που συντελείται μια γενοκτονία. Η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, το οποίο ζει όλες αυτές τις φρικαλεότητες, που δεν θα ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν χωρίς τη διαρκή στήριξη των κρατών της Δύσης στο φασιστικό κράτος του Ισραήλ .Οι αδερφές μας στην Παλαιστίνη, με τις πέτρες στα χέρια, έχουν  αντισταθεί όλη τη ζωή τους στη σκλαβιά, και στους εξευτελισμούς του  απαρτχάιντ από το κράτος-δολοφόνο το Ισραήλ. Γι αυτό, ενώνουμε τις φωνές μας με τις αδερφές μας σε όλο τον κόσμο  ενάντια στην αποικιοκρατία, στον πόλεμο, στα κράτη, στον καπιταλισμό,  στον φασισμό και στην πατριαρχία.

Οι queer και φεμινιστικοί αγώνες για απελευθέρωση από την πατριαρχία δεν μπορούν να συνυπάρξουν με καμία πολεμική μηχανή που διαπράττει γενοκτονία.

Δεν ξεχνάμε κανένα θύμα έμφυλης βίας, γι’ αυτό και την 25η Νοέμβρη θα  είμαστε  στον  δρόμο,  με  όπλο  την  αλληλεγγύη,  από  την  Ελλάδα μέχρι  την  Παλαιστίνη.

Η  μια  δίπλα  στο  άλλο  δηλώνουμε την εναντίωση μας σε πατριαρχία, κράτος, καπιταλισμό και οποιαδήποτε εξουσία καταδυναστεύει τις ζωές μας.

Πορεία, Τρίτη 25/11, 18:00 στην Καμάρα

7 χρόνια από τη δολοφονία της Zackie

ΖΑΚ / ΖACKIE OH

Το χρονικό του πολλαπλού εγκλήματος

Μεσημέρι της 21ης Σεπτεμβρίου 2018. Οδός Γλάδστωνος, Ομόνοια. Ο Ζακ Κωστόπουλος, γκέι, οροθετικός, αγωνιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αρθρογράφος και ντραγκ περφόρμερ με το όνομα Zackie Oh, διακομίζεται νεκρός και δεμένος ακόμα με χειροπέδες από ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ χωρίς προσπάθεια ανάνηψης, μετά από σειρά άγριων χτυπημάτων από 2 πολίτες και 8-9 αστυνομικούς, τους οποίους παρακολουθούσαν δεκάδες περαστικοί.

Ο Ζακ είχε ξεκινήσει να φωνάζει βοήθεια από την Πατησίων, πριν στρίψει στη Γλάδστωνος. Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ο Ζακ προσπαθεί να εισέλθει στον φούρνο «Βενέτη» αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος. Ζητώντας βοήθεια και ψάχνοντας καταφύγιο μπαίνει στο διπλανό κοσμηματοπωλείο. Εγκλωβίζεται. Βγαίνει στο πεζοδρόμιο μέσα από την τζαμαρία. Ακολουθεί ο ξυλοδαρμός του από τον ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου, Ευάγγελο Δημόπουλο, και τον Θάνο Χορταριά, ιδιοκτήτη μεσιτικού γραφείου στη γειτονιά και γνωστό για τη σχέση του (μέλος και εκπρόσωπος τύπου) με την εθνικιστική οργάνωση «Πατριωτικό Μέτωπο».

Τον ξυλοκοπούν, με κλωτσιές, μέχρι που καταρρέει αιμόφυρτος, ανάμεσα στα σπασμένα γυαλιά της προθήκης. Οι περισσότεροι περαστικοί παρακολουθούν την επίθεση αμέτοχοι μέχρι την κατάρρευση του ενώ μόνο δύο άτομα προσπαθούν να σταματήσουν την επίθεση των Χορταριά και Δημόπουλου και ένα άτομο καλεί το ΕΚΑΒ. Μάλιστα, πολλοί από αυτούς που κατέγραψαν την δολοφονία δεν άργησαν να πουλήσουν τα βίντεο σε διάφορα καθεστωτικά μέσα, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν ανενόχλητοι την θανατοπολιτική τους. Στο σημείο φτάνουν τουλάχιστον 8 αστυνομικοί. Κατά την επέμβασή τους, ξυλοκοπούν και αυτοί, τον ήδη τραυματισμένο και πεσμένο στο έδαφος, Ζακ. Ακόμη, σαφή εμπλοκή είχε και ένας άνδρας με κίτρινη μπλούζα που φαίνεται να είναι πολύ κοντά στους αστυνομικούς κατά τη διάρκεια της επίθεσης και να τους μιλάει.

Μετά τη δολοφονία, σειρά παίρνουν τα ΜΜΕ, τα οποία του επιρρίπτουν ο,τι θεωρείται μεμπτό από το κυρίαρχο αφήγημα προκειμένου να κανονικοποίησουν τη τέλεση εγκλημάτων σε βάρος αυτών που φέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά, που κρίνονται εν ολίγοις επικίνδυνα για τη «δημόσια τάξη και ασφάλεια». Ισχυρισμοί περί κλοπής, επήρειας ναρκωτικών και άλλες λοιδορίες καταπίπτουν αμέσως. Δεν υπάρχουν πουθενά μέσα στο κατάστημα δακτυλικά αποτυπώματά του Ζακ, ούτε στην ταμειακή, ούτε σε κοσμήματα. Δεν βρέθηκαν ίχνη ναρκωτικών ουσιών σε καμία από τις εξετάσεις που ακολούθησαν. Το μόνο που βρέθηκε, ήταν τα δακτυλικά αποτυπώματα του μεσίτη πάνω σε μαχαίρι με το αίμα της Zackie.

Κράτος, ΜΜΕ και δικαστική αρχή είναι υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Ζακ μετατρέποντας τον, επιπλέον, από θύμα σε θύτη, καλύπτοντας τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του. Είναι γνωστό ότι οι θύτες έμφυλης και ρατσιστικής βίας αντιμετωπίζονται ανάλογα με το ταξικό και φυλετικό τους προφίλ. Τα ΜΜΕ προσπάθησαν να δικαιολογήσουν ηθικά τους «ευυπόληπτους» δολοφόνους τοποθετώντας τους σε θέση άμυνας απέναντι στο «επικίνδυνο περιθωριακό στοιχείο», καθώς παρουσίαζαν εμμονικά τον Ζακ ως «ληστή» και «πρεζάκι» για να κανονικοποιήσουν τη δολοφονία στη συνείδηση του κάθε Έλληνα νοικοκυραίου.

Ακόμη όμως και αν ήταν ληστής και «πρεζάκι» ποιος νομιμοποιεί το βασανισμό και το θάνατο του;
Για μια φορά ακόμη έγινε φανερός ο ταξικός και εθνικοφυλετικός χαρακτήρας της δικαιοσύνης, καθώς αν οι θύτες ήταν μετανάστες και φτωχοί θα καταδικάζονταν αμέσως και με μεγαλύτερες ποινές, όπως έχουμε δει να συμβαίνει επανειλημμένα. Είναι ακόμη γεγονός, πως οι μπάτσοι που έλαβαν εντολή από τον καταστηματάρχη να τελειώσουν τη δολοφονία, δεν καταδικάστηκαν ποτέ.

Το προφίλ του Ζακ σκιαγραφήθηκε από τα ΜΜΕ με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνεται έμφαση στην εικόνα του περιθωριακού χρήστη ουσιών, ενισχύοντας έτσι ακόμα παραπάνω τη βία της τοξικοφοβίας και της απαξίωσης των χρηστών. Τη δολοφονία της Zackie τη συνέχισαν μετά θάνατον μπάτσοι και ΜΜΕ, με την επιδεικτική τους άρνηση να διερευνήσουν περαιτέρω και με διαφάνεια την υπόθεση, ώστε να βρεθούν όλοι οι ένοχοι. Οι μεθοδευμένες προσπάθειες τους επιτυγχάνουν, με μεγάλο μέρος της κοινωνίας να στέκεται με απάθεια απέναντι σε ανάλογες εκφάνσεις του φασισμού ή ακόμα και να προχωρά σε ρητορική μίσους, αφενός προς υπεράσπιση του κοσμηματοπώλη, και αφετέρου νομιμοποιώντας τη τέλεση ειδεχθών εγκλημάτων για τη προστασία της ιδιοκτησίας από κάθε «αποκλίνον και παραβατικό στοιχείο».

Μέσα στη σύνθεση ενός δημόσιου χώρου που δεν χωρά οτιδήποτε περιθωριακό και «άλλο», τα υποκείμενα που φέρουν πολλαπλές ταυτότητες καταπίεσης εκτοπίζονται, αορατοποιούνται και αντιμετωπίζονται ως σώματα χωρίς αξία. Ο εξευγενισμός περιφράσσει και αποστειρώνει τις πόλεις μας προφυλάσσοντας το κέρδος και την ιδιοκτησία, ενώ, την ίδια στιγμή, η έννοια της ιδιοκτησίας και η προσπάθεια διαφύλαξης της είναι αυτές που διαμορφώνουν τις συνθήκες της εξατομίκευσης και γεννούν τη βία απέναντι σε οτιδήποτε διαφέρει και το οποίο αυτόματα θεωρείται απειλή.

Ζούμε σε ένα κράτος που εφαρμόζει θανατοπολιτικές, καθώς οτιδήποτε βγαίνει εκτός του κυρίαρχου αφηγήματος αναπαραγωγής του έθνους και του καπιταλισμού θεωρείται αυτόματα επικίνδυνο και κατηγοριοποιείται ως «μη κανονικό». Έτσι, σώματα φτωχά, μη λευκά, κουήρ, που δέχονται έμφυλες διακρίσεις ή/και τοξικοεξαρτημένα συχνά αντιμετωπίζονται ως άτομα που δεν αξίζουν να έχουν θέση στο δημόσιο χώρο και μερικές φορές ακόμα και να ζουν. Είτε απλά προσπαθούν να ζήσουν μια «φυσιολογική» ζωή, είτε προβαίνουν σε πράξεις αντίδρασης και αντίστασης κατά της βίας που δέχονται, θεωρούνται απειλή και διώκονται από τη φασίζουσα κανονικότητα της ελληνικής πραγματικότητας.

Παρόλα αυτά, το κυρίαρχο αφήγημα μπορεί να αλλάζει κάθε φορά, υπηρετώντας τα συμφέροντα για την εδραίωση και διαιώνιση του καπιταλισμού με αποτέλεσμα, οτιδήποτε μπορεί να παράγει «αξία» και να φέρει κέρδος να νοείται ως σημαντικό. Με άλλα λόγια, το νεοφιλελεύθερο σύστημα εργαλειοποιεί τα κουήρ βιώματα είτε με την ελάχιστη θεσμική συμπερίληψη, είτε με την κοινωνικοοικονομική αφομοίωση με στόχο την αποπολιτικοποίηση, την αποδυνάμωση του κουήρ κινήματος και τον έλεγχο των σωμάτων μας στα πλαίσια της συμμόρφωσης με τα κυρίαρχα εθνικοκαπιταλιστικά-πατριαρχικάπρότυπα.

Μαθαίνουμε τα σώματα μας να γίνονται αποδεκτά μόνο μέσα από την ύπαρξη με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο που δεν προκαλεί, δεν παρεκλίνει, αλλά παράγει, καταναλώνει και διαιωνίζει θεσμούς και μέσα καταπίεσης, όπως η οικογένεια, το έθνος και η εξουσία -με όλες τις εκφάνσεις της. Μέσω του κοινωνικού εκφασισμού, το μίσος διαχέεται γρήγορα στο κοινωνικό σώμα και φτάνει στο σημείο να απειλεί το ζωτικό μας χώρο, με μεγάλο μέρος της κοινωνίας να αδρανεί και να σιωπεί απέναντι του, δίνοντας του ακόμη περισσότερο χώρο για καταπίεση, βία και θάνατο. Αυτό φάνηκε και στην επίθεση που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτη του 2024 στην πλατεία Αριστοτέλους όπου δύο queer άτομα δέχθηκαν επίθεση από όχλο. Θα ελπίζαμε τόσα χρόνια μετά τη δολοφονία της Zackie ότι τα πράματα θα άλλαζαν προς μία κατεύθυνση αποδοχής της διαφορετικότητες, βλέπουμε όμως ότι οι ίδιες λογικές που οδήγησαν στη δολοφονία της Zackie, θρέφουν επιθέσεις και στο σήμερα, με μία εξ αυτών τον άγριο ξυλοδαρμό τρανς γυναίκας και του φίλου της από τρανσφοβικό ταξιτζή τον περασμένο Σεπτέμβρη.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, είναι σημαντικό να μην σταματήσουμε να μιλάμε για τη Zackie, τον Φύσσα, την Άννα, τον Φραγκούλη, τον Σαμπάνη, τον Λουκμάν, τον Μάγγο, τον Μανιουδάκη, τον Καρυώτη και όλες τις αδερφές μας που δολοφονήθηκαν από το χέρι της πατριαρχίας, του φασισμού και του ρατσισμού.

Ο δημόσιος χώρος δεν είναι μοιρασμένος για όλες και σε όλα το ίδιο. Θηλυκότητες, αγωνίστριες, μετανάστριες, εργάτριες, ρομά, κουήρ, φτωχές, σεξεργάτριες, οροθετικές ζούμε στο φόβο και την επισφάλεια, δεχόμαστε διαρκή υποτίμηση και βία.

Τα κουήρ άτομα αγωνιζόμαστε χρόνια για την ουσιαστική ορατότητα μας στον δημόσιο χώρο και χρόνο, αναζητούμε μαζί μέσα από τη συντροφικότητα και το πένθος τρόπους ύπαρξης και διεκδίκησης.

Το συλλογικό μας τραύμα, η οργή και η ανάγκη μας για διαρκή αντίσταση με σκοπό να ζήσουμε μια αξιοπρεπή και ελεύθερη ζωή είναι αυτό που μας ενώνει και κάνει τους αγώνες μας απειλές για τους καταπιεστές μας.

Η (ΕΤΕΡΟ)ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΑΙΜΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΜΜΕΝΗ

ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ ΜΑΖΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗ ΕΜΦΥΛΗΣ, ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΒΙΑΣ

ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ Η ZACKIE ΘΑ ΜΑΣ ΛΕΙΨΕΙ

ΟΛΕΣ/ΟΛΑ/ΟΛΟΙ ΚΥΡΙΑΚΗ 21/09 ΣΤΙΣ 19.00 ΣΤΟ ΑΓ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Μετανάστριες στον ελλαδικό χώρο

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες εκατοντάδων δολοφονιών μεταναστών/ τριών από τον φράχτη του Έβρου με τις βίαιες επαναπροωθήσεις που λαμβάνουν χώρα σε καθημερινή βάση από το ελληνικό κράτος, ως τα ναυάγια στο Αιγαίο με αποκορύφωμα το έγκλημα στην Πύλο όπου πέθαναν πάνω από 600 μετανάστριες/ες που προσπαθούσαν να φτάσουν στη χώρα. Στο παρόν κείμενο θα καταπιαστούμε με τις συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει κάποιο άτομο στον ελλαδικό χώρο λόγω της μεταναστευτικής του ταυτότητας, καθώς και τις επιπλέον καταπιέσεις που βιώνουν οι μετανάστριες λόγω της έμφυλης ταυτότητάς τους.

Αρχικά είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις. Μπορεί ο όρος «μετανάστης» να είναι διευρυμένος και να αφορά όσα άτομα έχουν αφήσει τον τόπο καταγωγής τους στην αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο, η ζωή όμως που βιώνει κάθε μετανάστης είναι πάρα πολύ διαφορετική ανάλογα με την καταγωγή του, τη θρησκεία, το φύλο, την οικονομική κατάσταση, ενώ ένας ακόμα σημαντικός διαχωρισμός είναι το αν έχουν ή όχι χαρτιά. Οι διαφορετικές συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά οφείλονται από τη μία στο θεσμικό ρατσισμό που επιβάλλεται από το κράτος (πχ μέσω της στέρησης στοιχειωδών δικαιωμάτων όπως πρόσβαση σε νόμιμη εργασία, περίθαλψη, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, ελευθερία) και από την άλλη στον κοινωνικό ρατσισμό που δημιουργεί περιβάλλον αποκλεισμού, περιθωριοποίησης και αορατότητας. Ο δεύτερος είναι εντονότερος όσα περισσότερα χαρακτηριστικά απόκλισης εμφανίζει κάποιος/α (για αυτό και όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία ακούγαμε δημοσιογράφους με περίσσιο θράσος να λένε ότι είναι διαφορετικοί οι ξανθοί γαλανομάτηδες Ουκρανοί μετανάστες απ’ ότι οι «σκουρόχρωμοι» μουσουλμάνοι της ανατολής).

Από το κράτος γίνεται επιπλέον η προσπάθεια διάκρισης των μεταναστριών σε «καλούς» και «κακούς» ακολουθώντας την πάγια τακτική του διαίρει και βασίλευε με πιο συχνό τον διαχωρισμό σε «πρόσφυγες» και «μετανάστες», δηλαδή μεταξύ αυτών στους οποίους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να μεταναστεύσουν λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στον τόπο προέλευσής τους και σε αυτούς που δεν αναγνωρίζεται.

Στην πραγματικότητα όμως τα ίδια τα κράτη που επιβάλλουν αυτούς τους διαχωρισμούς είναι αυτά που σε συνδυασμό με την προσπάθεια του κεφαλαίου να αυξήσει την κερδοφορία του, δημιουργούν τις αιτίες της μετανάστευσης κηρύσσοντας πολέμους, εφαρμόζοντας αποικιοκρατικές πολιτικές, στηρίζοντας απολυταρχικά καθεστώτα, ή επιβάλλοντας ακραίες συνθήκες φτώχιας. Οι μετανάστες/τριες που προσπαθούν να εισέλθουν στην Ε.Ε. μέσω της Ελλάδας βρίσκονται αντιμέτωποι με κοινές περιπολίες εθνικού στρατού και Frontex που με τις ενέργειές τους για την «προστασία των συνόρων» από την είσοδο των μεταναστών/στριών , έχουν οδηγήσει σε θάνατο έναν τρομακτικό αριθμό εξ αυτών. Όσοι/ες καταφέρουν να εισέλθουν στην ελληνική επικράτεια εγκλωβίζονται σε αυτήν και έρχονται αντιμέτωποι/ες με τη διαχείριση που τους επιφυλάσσεται. Η Ελλάδα λειτουργεί ως αποθήκη του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού – μεταναστών και η ΕΕ με τη σειρά. Γι’ αυτό και κρατάει το μεγαλύτερο κομμάτι εξ αυτών σε καθεστώς παρανομίας, ενώ χτυπάει με μεγάλη σφοδρότητα όσους επιλέγουν να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους ή να αγωνιστούν.

Μετανάστριες εργάτριες

Η μαύρη κακοπληρωμένη εργασία για τις μετανάστριες που ζουν στον ελλαδικό χώρο είναι δυστυχώς δεδομένη. Όταν οι μετανάστριες δεν έχουν νόμιμα έγγραφα για την παραμονή τους στη χώρα, τότε είναι αδύνατον να βρουν μια δουλειά στην οποία θα έχουν τις νόμιμες απολαβές καθώς και ασφάλιση. Αυτό συμφέρει τα αφεντικά που εκμεταλλεύονται αυτή τη συνθήκη και χρησιμοποιούν το φθηνό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό για ακόμη περισσότερα κέρδη. Σε μια χώρα όπου οι μετανάστριες είναι τυπικά αόρατες για τον κρατικό μηχανισμό, τις εκθέτει άμεσα σε μια συνθήκη εργασιακής εκμετάλλευσης. Δεκάδες εργοστάσια, μαγαζιά εστίασης, βιομηχανίες και χωράφια στελεχώνονται με μετανάστες και μετανάστριες χωρίς χαρτιά, χωρίς ασφάλιση και με πενιχρούς μισθούς. Η ανάγκη για επιβίωση δεν τους αφήνει περιθώρια για διεκδίκηση καλύτερων εργασιακών συνθηκών.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί η κρατική ευθύνη πάνω σε αυτή τη συνθήκη. Το κράτος δεν νομιμοποιεί τις μετανάστριες, αλλά τις δαιμονοποιεί λέγοντας πως έρχονται σε μια χώρα που δεν υπάρχουν δουλειές γι’ αυτές, δεν υπάρχουν τρόποι επιβίωσης και είτε τις φυλακίζει σε καμπ είτε τις πνίγει στο Αιγαίο με συνεχόμενα pushbacks. Είναι το ίδιο το κράτος και οι μηχανισμοί του από την άλλη που κάνουν τα στραβά μάτια στα μεγαλοαφεντικά που εκμεταλλεύονται την εργατική δύναμη των μεταναστριών εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των κοινωνικά και ταξικά ανώτερων.

Ας μην ξεχνάμε τον θεσμικό ρατσισμό, ο οποίος με νομοθετικές πράξεις κάνει την ζωή των μετανατριών δυσκολότερη. Συγκεκριμένα ο Νόμος 4387/2016 που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ καταργεί την χορήγηση της ελάχιστης σύνταξης σε όλες/όλους τις/τους ασφαλισμένες/ους   ντόπιες/ους   και   μετανάστ(ρι) ες μετά από 15χρόνια εργασίας, και συνδέει το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης με 20χρόνια εργασίας και 40 χρόνια νόμιμης και μόνιμης παραμονής στην χώρα.

Υπάρχουν συγκεκριμένα κάποια επαγγέλματα που εκτελούνται κυρίως από γυναίκες μετανάστριες. Αυτά είναι τα επαγγέλματα φροντίδας ηλικιωμένων, παιδιών αλλά και όλων των οικιακών εργασιών, επαγγέλματα τα οποία εκτελούσαν αμισθί εδώ και δεκάδες χρόνια οι θηλυκές μορφές μιας οικογένειας είτε ήταν οι μητέρες είτε οι κόρες. Από τη στιγμή που οι γυναίκες βγήκαν στην αγορά εργασίας και εργάζονται και εκτός σπιτιού, δημιουργήθηκε η ανάγκη να καλυφθούν οι ανάγκες αυτές από άλλα άτομα. Ως επι το πλείστον μιλάμε για μαύρη και κακοπληρωμένη δουλειά, η οποία έχει πολύ μεγάλη σωματική και ψυχολογική κούραση. Συνήθως γυναίκες μεσήλικες καλούνται να καλύψουν αυτές τις θέσεις, διότι πουθενά αλλού δεν μπορούν να βρουν δουλειά και πάνω σε αυτή την επισφάλεια πατούν οι εργοδότες τους. Οι δομές φροντίδας ηλικιωμένων στη χώρα μας είναι ελάχιστες και συνήθως υποστελεχωμένες, οπότε οι οικογένειες επιλέγουν τη λύση του να «πάρουν μια γυναίκα» να προσέχει τον παππού ή τη γιαγιά, οι οποίοι συνήθως είναι σε αρκετά δύσκολη κατάσταση και πιθανά κλινήρης. Επίσης , οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι επίσης ελάχιστοι και υποστελεχωμένοι, άρα πάλι η λύση βρίσκεται στο να προσλάβει η οικογένεια μια «γυναίκα» για τη φροντίδα των παιδιών τους.

Μετανάστριες σε camps

Οι συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει η κάθε μετανάστρια στον ελλαδικό χώρο διαφέρουν. Από το εάν είναι «νόμιμη», με χαρτιά ή χωρίς, με βάση τη χώρα καταγωγής της, τη θρησκεία της, τη φυλή της, την σεξουαλικότητα της και την οικονομική κατάσταση της. Αντιλαμβανόμαστε όμως ανάμεσα στα πιο καταπιεσμένα υποκείμενα χωρίς καμία αμφιβολία τις μετανάστριες οι οποίες είναι εγκλωβισμένες στα camps.

Στην περίπτωση αυτή δεν μιλάμε μόνο για πολλαπλές καταπιέσεις, όπως στην περίπτωση των υπόλοιπων μεταναστριών, αλλά μιλάμε για άτομα που στερούνται στοιχειώδη όρους διαβίωσης. Πρώτο και κυριότερο στερούνται την ελευθερία τους, καθώς είναι έγκλειστες με καθημερινό έλεγχο και επιτήρηση. Αναγνωρίζεται ως μοναδική ταυτότητα τους αυτή της μετανάστριας, αγνοώντας όλα τα επιπλέον χαρακτηριστικά τους, οι ικανότητες τους, τα όνειρα τους, οι στόχοι τους και ότι είναι πολλά περισσότερα από έναν άνθρωπο που έχει βρεθεί σε μια άλλη χώρα χωρίς χαρτιά.

Σαν να μην φτάνει ο εγκλεισμός που βιώνουν, οι συνθήκες διαβίωσης   τους είναι απάνθρωπες. Στερούνται στέγης,   ζούνε   στοιβαγμένα   σε   ανθρωποαποθήκες που ο πληθυσμός τους υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια χωρητικότητας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα. Στερούνται τροφής, σε καθημερινή βάση θα πρέπει να περιμένουν για ώρες σε ουρές για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό αμφίβολης ποιότητας και ποσότητας. Στερούνται ήδη υγιεινής και καθαριότητας, καθώς και ιατρικής φροντίδας. Μόνο σε πολύ σοβαρές καταστάσεις έχουν την απαραίτητη περίθαλψη, τα ραντεβού με τους γιατρούς αργούν, αναβάλλονται, πολλές φορές η αντιμετώπιση δεν είναι η αναμενόμενη. Η κατάσταση αυτή χειροτέρεψε από τον Covid και έπειτα όπου ήταν παρατημένες στη μοίρα τους χωρίς κανένα μέτρο πρόληψης ή καταπολέμησης οποιασδήποτε αρρώστιας. Το αποκορύφωμα ήταν οι ακυρώσεις εκτρώσεων λόγω απαγόρευσης χειρουργείων εξαιτίας του ιού, με πολλές μετανάστριες να αναγκάζονται να κυοφορούν αλλά και να γεννούν σε άθλιες συνθήκες. Πολλές φορές αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγο της αβεβαιότητας του ρόλου του κάθε υπεύθυνου φορέα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν καθυστερήσεις στις παραπομπές, παραβιάσεις απορρήτου ή έλλειψη ειδικών διαδικασιών ή εξειδικευμένης υποστήριξης σε περιπτώσεις θυμάτων έμφυλης βίας.

Οι μετανάστριες που ζούνε στα camps είναι αόρατες τόσο για το κράτος που έχει επιλέξει τη θανατοπολιτική, όσο και για το σύνολο της κοινωνίας. Από τη μια είναι η υλική στέρηση των πολύ βασικών αναγκών, από την άλλη η απειλή που βιώνουν οι θηλυκότητες στα camps είναι πολύ μεγαλύτερη. Μέσα σ’ αυτά κατανοούμε ότι η συμβίωση τους με άντρες γαλουχημένους σε βαθιά πατριαρχικές κοινωνίες δεν είναι διόλου εύκολη. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε παραβιάστηκες συμπεριφορές ή κακοποίηση τους από τους συντρόφους τους, τους συγκρατούμενους τους ή ακόμα και από τους φύλακες, χωρίς στην ουσία να έχουν κάπου να απευθυνθούν για να ζητήσουν βοήθεια και τις φωνές τους να μην ακούγονται. Οι συνθήκες υπερσυντονισμού στα καμπς το καθιστούν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν επιζώσες έμφυλης βίας, αλλά και να εντοπιστούν, έρχονται αντιμέτωπες με μη επαρκή εξειδικευμένη υποστήριξη, έλλειψης διερμηνείας στις υπηρεσίες, με ανεπαρκή αριθμό προσωπικού ή/και μη επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό, όπως επίσης και έλλειψη παροχής νομικής βοήθειας.

Ακόμα και εάν κάποια καταφέρει να έχει το «προνόμιο» να ζει σε διαμέρισμα και όχι σε καμπ, που συγκριτικά ίσως είναι σε καλύτερη μοίρα, ωστόσο δεν παύει να είναι εγκλωβισμένη αυτή τη φορά σε ένα σπίτι χωρίς να μπορεί με κάποιο τρόπο να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο αφού δεν υπάρχει δυνατότητα για εκπαίδευση, εργασία, κοινωνικές δραστηριότητες και συναναστροφή.

Μετανάστριες επιζώσες trafficking

Η εμπορία ανθρώπων, μια οδυνηρή εκδήλωση σύγχρονης δουλείας, οργανωμένου εγκλήματος, παρανομοποιημένης μετανάστευσης και σοβαρής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεχίζει να εξαπλώνεται παγκοσμίως. Ένα διεθνικό οργανωμένο έγκλημα. Μια αποτρόπαια παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στον περίπλοκο ιστό των μεταναστευτικών οδών προς την Ευρώπη, η Ελλάδα αποτελεί κομβικό σταυροδρόμι, μια θέση που δίνει χώρο στην έξαρση της εμπορίας ανθρώπων. Ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στην επικράτηση των θηλυκοτήτων, των queer ατόμων και των παιδιών θυμάτων στην εμπορία ανθρώπων είναι το βαθιά ριζωμένο σύστημα πατριαρχίας και ανισότητας των φύλων που εξακολουθεί να υφίσταται σε πολλές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστριες. Η πατριαρχία, μια κοινωνική δομή στην οποία οι άνδρες κατέχουν την πρωταρχική εξουσία και οι θηλυκότητες βρίσκονται συστηματικά σε μειονεκτική θέση, διαιωνίζει τις διακρίσεις και τη βία με βάση το φύλο, καθιστώντας τις θηλυκότητες, τα queer άτομα και τα παιδιά πιο ευάλωτα στην εκμετάλλευση.

Οι πατριαρχικές νόρμες υποβιβάζουν τις θηλυκότητες και τα queer άτομα σε υποδεέστερους ρόλους, περιορίζουν την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και τις οικονομικές ευκαιρίες και υπονομεύουν την δυνατότητά τους να κάνουν αυτόνομες επιλογές. Αυτή η ανισότητα με βάση το φύλο επεκτείνεται και στα μεταναστευτικά πρότυπα, καθώς τα άτομα από κοινωνίες στις οποίες ο πατριαρχικός κλοιός είναι ακόμη πιο ασφυκτικός μπορεί να βιώνουν έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης όταν αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό. Αυτή η έλλειψη υποστήριξης μπορεί να τα καταστήσει πιο ευάλωτα στους διακινητές που εκμεταλλεύονται την απελπισία τους για μια καλύτερη ζωή.

Επιπλέον, στις πατριαρχικές κοινωνίες η βία κατά των θηλυκοτήτων και των queer ατόμων γίνεται ανεκτή, “κανονικοποιώντας” την κακοποίηση και αποσιωπώντας τα θύματα. Αυτή η κανονικοποιημένη βία ενισχύει την ευαλωτότητα τους και σε πολλές περιπτώσεις, παρατείνει το να υπομένουν σκληρές συνθήκες αντί να διακινδυνεύσουν να επιστρέψουν στο καταπιεστικό περιβάλλον της πατρίδας τους. Το μοτίβο αυτό επιδεινώνεται όταν τα άτομα έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε νομική προστασία ή σε συστήματα κοινωνικής υποστήριξης τόσο στις χώρες καταγωγής τους όσο και στις χώρες προορισμού. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, οι περιορισμένες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, οι ανεπαρκείς δομές κοινωνικής πρόνοιας και η έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης για τις θηλυκότητες και τα queer άτομα στις πατριαρχικές κοινωνίες έχουν αναγνωριστεί ως αλληλένδετοι διαρθρωτικοί παράγοντες που διαιωνίζουν άμεσα τη φτώχεια.

Οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, που συχνά επηρεάζονται από τους διαδιδόμενους μύθους που παρουσιάζουν τους μετανάστες ως “απειλή για την εθνική ασφάλεια”, επιδεινώνουν το ζήτημα. Οι πολιτικές και οι προκαταλήψεις στο πλαίσιο των μεταναστευτικών συστημάτων συμβάλλουν στην εμπορία ανθρώπων, επιτρέποντας στους διακινητές να εκμεταλλεύονται τα τρωτά σημεία των μεταναστών.

Ο αγώνας κατά της εμπορίας ανθρώπων περιπλέκεται περαιτέρω από εσωτερικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης της Μαφίας της Ελληνικής Αστυνομίας, ενός εγκληματικού δικτύου εντός του μηχανισμού επιβολής του νόμου. Η παρουσία της Μαφίας της Ελληνικής Αστυνομίας εμποδίζει τις προσπάθειες καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι τα μέλη της εμπλέκονται άμεσα σε διεφθαρμένες δραστηριότητες, όπως εκβιασμοί, δωροδοκία και συνεργασία με διακινητές.Αυτή η εσωτερική διαφθορά επιτείνει την ευαλωτότητα των μεταναστριών και επιτρέπει στους διακινητές να δρουν με σχετική ατιμωρησία, καθώς συχνά διατηρούν σχέσεις με διεφθαρμένους αστυνομικούς που τους προειδοποιούν για επικείμενες καταστολές ή τους βοηθούν στην παράκαμψη του νόμου.

Η ενοχοποίηση των θυμάτων αποτελεί επίσης κομβικό ζήτημα στο πεδίο της εμπορίας ανθρώπων. Τα επιζώντα εμπορίας ανθρώπων αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία κατά την προσπάθεια επανένταξης τους στην κοινωνία, βιώνοντας εξοστρακισμό και κοινωνικές προκαταλήψεις. Αυτός ο κοινωνικός και συναισθηματικός εξοστρακισμός αυξάνει σημαντικά την ευαλωτότητα των θυμάτων, οδηγώντας σε συνθήκες επανατραυματισμού.

Είναι σημαντικό να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τα θύματα trafficking ώστε να μην στιγματίζονται και να τους παρέχεται η προστασία που χρειάζονται. Είναι σημαντικό οι πατριαρχικές και ρατσιστικές αντιλήψεις να εκριζωθούν από την κοινωνία και να υπάρξει η κατάλληλη αντιμετώπιση, προστασία και στήριξη των επιζώντων. Δεν υπάρχουν θύματα που “συναινούν”, ούτε θύματα που “τα ήθελαν και τα έπαθαν”.

Καθώς οι σκιές της σεξουαλικής διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων προβάλλουν μεγάλες πάνω από την Ελλάδα, η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών είναι επιτακτική. Η καταπολέμηση των πατριαρχικών και ρατσιστικών στερεοτύπων, η αναγνώριση του εγγενούς εξουσιαστικού χαρακτήρα του συστήματος επιβολής του νόμου επάνω στα σώματά μας και η αναγνώριση της διασύνδεσης τους με την εμπορία ανθρώπων οφείλουν να αποτελούν πυλώνα του αγώνα μας.

Καμία ανοχή στην ελαστική, μαύρη και απλήρωτη εργασία.

Να τσακίσουμε την πατριαρχία που θρέφει τα κυκλώματα trafficking και γεννά την έμφυλη βία.

Να παλέψουμε για την κατάργηση των συνόρων.

Να δοθούν άμεσα χαρτιά και ίσα δικαιώματα για εκπαίδευση- υγεία- εργασία σε όλες τις μετανάστριες.

Να παλέψουμε για μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις με βάση φύλο- φυλή- τάξη.

Διαδήλωση 8ης Μάρτη

Από τους αγώνες των εργατριών γυναικών στην Αμερική του 1910 έως σήμερα, οφείλουμε να συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε στην καταπίεση που επιβάλλουν η πατριαρχία, το κράτος και ο καπιταλισμός. Όσο κι αν επιδιώκουν το κράτος και το κεφάλαιο, με διάφορα τεχνάσματα, να υποβιβάσουν το νόημα αυτής της 8ης Μάρτη και να το κάνουν μια ακόμα καπιταλιστική γιορτή «τιμώντας την καλή σύζυγο, την καλή μητέρα, την καλή νοικοκυρά», εμείς θα είμαστε εδώ για να αναδείξουμε το πραγματικό νόημα αυτής της ημέρας. Για εμάς η 8η Μάρτη αποτελεί ημέρα μνήμης και ταξικών αγώνων ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Όλες/α μαζί αντιστεκόμαστε σε κάθε συστημική προσπάθεια υποβάθμισης των ζωών μας.

Από το καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη μέχρι και την ψήφιση του νομοσχεδίου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, το κράτος μας έχει δείξει πόσο αξία έχουν οι ζωές μας και η φωνή μας σε σχέση με τα κέρδη των ιδιωτών. Κράτος, μαφία, αστυνομία, δικαστικές αρχές, συστημικά ΜΜΕ συγκαλύπτουν παιδοβιαστές και μαστροπούς, θύματα κακοποίησης επανατραυματίζονται στα δικαστήρια και μετανάστριες βιώνουν άθλιες συνθήκες στα camps. Για τους φασίστες της ετεροκανονικότητας τα σώματα μας αποτελούν πεδίο σεξιστικού, τρανσφοβικού και ομοφοβικού λόγου.

Για αυτό λοιπόν στις καταπιέσεις αυτές απαντάμε συλλογικά με αλληλεγγύη και αυτοοργάνωση ενάντια στο καθεστώς φόβου που μας επιβάλλεται.

  • Να σταματήσουν οι εμφυλοκτονίες
  • Να βάλουμε τέλος στην έμφυλη βία και καταπίεση
  • Να προσδιορίζουμε εμείς τα ίδια το φύλο και την σεξουαλικότητα μας
  • Να ορίζουμε εμείς τις επιλογές για τα σώματά μας και όχι το κράτος , το κεφάλαιο και κάθε είδους φασίστας παπάς
  • Να σταθούμε δίπλα σε κάθε καταπιεσμένη μετανάστρια , σε κάθε καταπιεσμένη εργάτρια, σε κάθε επιζώσα έμφυλης κακοποίησης
  • Να υψώσουμε ανάχωμα στις ορέξεις των εξουσιαστών για περισσότερη βία και εκμετάλλευση
  • Να βάλουμε φρένο στον θάνατο που σπέρνουν κράτος και κεφάλαιο με τις πλάτες των ΜΜΕ

Στις 8 Μαρτίου καλούμε σε πορεία στην Καμάρα στις 18:00.

Καμία μόνη, κανένα μόνο απέναντι στη βία της πατριαρχίας, του κράτους και του κεφαλαίου.

Στήριξη των απεργιακών κινητοποιήσεων 28 Φεβρουαρίου, 10:30 στην Καμάρα

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όταν η επιβατική αμαξοστοιχία Intercity 62 που εκτελούσε το δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη συγκρούστηκε μετωπικά με εμπορική αμαξοστοιχία στα Τέμπη, με αποτέλεσμα 57 άνθρωποι να σκοτωθούν και δεκάδες να τραυματιστούν σοβαρά, ενώ υπάρχουν άτομα που παραμένουν αγνοούμενα. Τα θύματα αυτής της τραγωδίας ήταν άνθρωποι της κοινωνικής βάσης, οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι στο τρένο, φοιτήτ(ρι)ες, μετανάστ(ρι)ες, εργάτ(ρι)ες. Αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν ήταν ούτε «η κακιά στιγμή», ούτε «ατύχημα», ούτε «ανθρώπινο λάθος», όπως πάσχισε να προεξοφλήσει η κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ. Ήταν μία κρατική και καπιταλιστική δολοφονία που φανέρωσε με τον χειρότερο και πιο τραγικό τρόπο την (μη) αξία που έχουν οι ζωές μας στον καπιταλισμό και πόσο εύκολα αναλώσιμες είναι στο βωμό του κέρδους και μπροστά στην αναλγησία κράτους και κεφαλαίου.

Για τη δολοφονία στα Τέμπη είχαν προειδοποιήσει εργαζόμενες και εργαζόμενοι στο σιδηροδρομικό δίκτυο, ενώσεις και σωματεία καταγγέλλοντας το διαλυμένο δίκτυο του ΟΣΕ, την χρόνια υποβάθμισή του, την άθλια κατάσταση των υποδομών, τη μη συντήρηση του δικτύου, την έλλειψη τηλεδιοίκησης. Οι προσπάθειες να αναδείξουν τον κίνδυνο για την ασφάλεια όλων έμεναν χωρίς αντίκρισμα καθώς είτε οι διαμαρτυρίες τους αγνοούνταν, απαξιώνονταν ή/και καταστέλλονταν είτε οι απεργίες τους κηρύσσονταν παράνομες για το κράτος.

Η κυβέρνηση ρίχνοντας κροκοδείλια δάκρυα χρησιμοποίησε τα αντανακλαστικά της για να κατασκευάσει το αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους» και να βρει τον αποδιοπομπαίο τράγο στο πρόσωπο του σταθμάρχη, ώστε να συσκοτίσει και να συγκαλύψει τις ευθύνες κράτους και αφεντικών, γεγονός που εξακολουθεί να στηρίζεται απροκάλυπτα από τα συστημικά ΜΜΕ. Ακόμα, μόλις λίγες μέρες μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα η περιφέρεια Θεσσαλίας προχώρησε σε «μπάζωμα» του τόπου και μεταφορά των καταλοίπων της σύγκρουσης αλλοιώνοντας τις αποδείξεις.

Το επόμενο διάστημα μετά τη δολοφονία στα Τέμπη ακολούθησαν μαζικές και επανειλημμένες διαδηλώσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις από χιλιάδες κόσμου, αλλά και καταλήψεις μαθητ(ρι)ών και φοιτητ(ρι)ών. Πένθος και οργή συμπορεύονται, βρίσκουν την έκφρασή τους στους δρόμους και αναδεικνύουν παρά την άγρια καταστολή με ξύλο και χημικά την επιτακτική ανάγκη οι ζωές μας να μην αφεθούν στα χέρια και τον έλεγχο της όποιας εξουσίας –είτε κρατικής είτε ιδιωτικής– που προσπαθεί να τις ορίσει, αλλά να αντιτεθούν στα κερδοσκοπικά συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου.

Οι από τα κάτω κινητοποιήσεις και ο ξεσηκωμός για την κρατική και καπιταλιστική δολοφονία στα Τέμπη έρχονται να συνενωθούν με άλλους αγώνες και να εναντιωθούν στη γενικότερη υποτίμηση, απαξίωση και ευτελισμό των ζωών μας μέσα στη βίαιη πραγματικότητα που δημιουργεί ο καπιταλισμός και βιώνουμε όλα μας καθημερινά. Η συνεχιζόμενη φτωχοποίηση της κοινωνικής βάσης, η καταστολή, οι δολοφονίες μεταναστ(ρι)ών στα χερσαία και υδάτινα σύνορα και ο εγκλεισμός τους στα camps, η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες, η ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της υγείας, της παιδείας, των μεταφορών, του ρεύματος, των τηλεπικοινωνιών, η εκμετάλλευση της φύσης και των ζώων, η κακοπληρωμένη εργασία, οι πλειστηριασμοί είναι αποτελέσματα διαπλεκόμενων καταπιεστικών συστημάτων με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωπα και με τα οποία συγκρουόμαστε.

Να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα από το χέρι του κράτους και του κεφαλαίου.

Να υψώσουμε τα δικά μας αναχώματα στη θανατοπολιτική τους.

Να γίνει η λύπη μας οργή που θα γεμίσει τους δρόμους.

Συγκέντρωση ενάντια στις γυναικοκτονίες

Ιανουάριος του 2024, με οργή και λύπη μετράμε ήδη τα δύο πρώτα θύματα της πατριαρχίας. Δύο ακόμη γυναίκες που δολοφονήθηκαν από τον σύντροφό τους. 8 Γενάρη,  κατά τη διάρκεια ενός καβγά στο σπίτι τους στο Ζεφύρι ο 50χρονος γυναικοκτόνος περιέλουσε με εύφλεκτο υλικό τη σύζυγό του μπροστά στα παιδιά τους και την έβαλε φωτιά. Έπειτα από μια εβδομάδα η 45χρονη κατέληξε στο νοσοκομείο λόγω των εκτεταμένων εγκαυμάτων. 

2024, Πρωτοχρονιά και η Γεωργία από την Καλαμαριά, η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος, δολοφονείται από τον σύντροφό της, με τη βοήθεια ενός φίλου του, και έπειτα το πτώμα της μεταφέρεται και κρύβεται σε δύσβατη περιοχή, με τον γυναικοκτόνο να βγαίνει επί μέρες στα κανάλια, παριστάνοντας ότι την αναζητά με αγωνία. Ένας ακόμη άνδρας κατ’ εξακολούθηση κακοποιητικός, με καταγγελίες από πρώην συντρόφους αλλά και την αδερφή του που κυκλοφορούσε ελεύθερος. Το είδαμε να συμβαίνει και στην τελευταία γυναικοκτονία του 2023 στη Σαλαμίνα, όπου επίσης παρά τις καταγγελίες σε βάρος του δράστη στην αστυνομία από το θύμα, κανείς δεν φρόντισε για την ασφάλεια της. Δυο ακόμη άνδρες επομένως που είχαν τα κλειδιά του σπιτιού των δολοφονημένων, δυο ακόμη άνδρες που θεώρησαν ότι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την εξουσία τους σε μια γυναίκα.

Ανά τον κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ δολοφονούνται κατά μέσο όρο 137 γυναίκες κάθε μέρα, απλά επειδή είναι γυναίκες. Το φεμινιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια αγωνίζεται ώστε να κατοχυρωθεί ο όρος γυναικοκτονία, τόσο κοινωνικά όσο και νομικά. Ο όρος υποδηλώνει την ανθρωποκτονία γυναικών από άνδρες, επειδή είναι γυναίκες. Οι γυναικοκτονίες δεν είναι δυστυχώς καινούριο φαινόμενο, αλλά μια συνθήκη που λάμβανε χώρα διαχρονικά. Βαφτίζονταν εγκλήματα πάθους- εγκλήματα τιμής- εγκλήματα αντιζηλίας- οικογενειακές τραγωδίες, με τα θύματα πάντα να είναι γυναίκες.

Οι λόγοι που οδηγούν στα εγκλήματα αυτά μπορεί να ποικίλουν, η ρίζα τους όμως είναι κοινή. Μιλάμε για την κορύφωση της κοινωνικά ανεκτής βίας, που προκύπτει από την νοοτροπία της αντρικής υπεροχής και της αντίληψης των γυναικών ως κτήμα. Δολοφονίες γυναικών από τους συντρόφους τους όταν αυτές προσπαθούν να απεμπλακούν από μια κακοποιητικη σχέση, δολοφονίες γυναικών με κίνητρο την σεξουαλική κακοποίηση, δολοφονίες για λόγους “τιμής” όταν μια γυναίκα ατιμάζει την οικογένεια, δολοφονίες στα πλαίσια του οργανωμένου εγκλήματος και της εμπορίας ανθρώπων όπου γυναίκες αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα, μητέρες δολοφονούνται από τους γιούς τους που θεωρούν πως δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο που τους έχει αποδοθεί ως «φροντίστρια/ τροφός», βασανισμοί και δολοφονίες γυναικών κατά τις ένοπλες συγκρούσεις ως μέσο ατίμωσης των αντρών εχθρών.

Ποια είναι όμως η στάση της κοινωνίας σε αυτά τα εγκλήματα κατά των γυναικών; Αρχικά αποτροπιασμός αλλά σύντομα ξεκινά να δουλεύει ο μηχανισμός κατηγοριών, όχι μόνο απέναντι στον δράστη, αλλά ακόμα και απέναντι στα ίδια τα θύματα. Δυστυχώς, ήταν αρκετές οι περιπτώσεις στις οποίες με άμεσο ή έμμεσο τρόπο κατηγορήθηκε το ίδιο το θύμα για την κατάληξη του, με την αβίαστη έκφραση απόψεων όπως «γιατί δεν έφυγε νωρίτερα;», «μήπως κι εκείνη τον προκάλεσε με την συμπεριφορά της;», «γιατί επέλεξε να συνάψει σχέσεις μ’ αυτόν τον άνθρωπο;», «τι δουλειά είχε να γυρνά μόνη της τέτοια ώρα;», «γιατί ήταν σ’ αυτό το μέρος;», «γιατί φορούσε αυτά τα ρούχα;» και ούτω καθεξής. Τέτοιες απόψεις εμπεριέχουν τον μισογυνισμό που γεννά η πατριαρχία, η οποία πάντα θα προσπαθεί να δημιουργεί ευθύνες και ενοχές στις γυναίκες, ώστε να μπορεί να τις ελέγχει και να τις καταπιέζει ηθικά, οικονομικά και σωματικά. Σε αυτό τον κύκλο κατηγοριών εμπλέκονται ακόμα και οι θηλυκές μορφές της οικογένειας του δράστη, κατηγορώντας συνήθως τις μητέρες των δραστών, με το σκεπτικό ότι οι ίδιες φταίνε που «δεν μεγάλωσαν σωστά τους γιούς τους», που «δεν τους έμαθαν να σέβονται τις γυναίκες» και ότι εκείνες ευθύνονται για την κακοποιητική συμπεριφορά τους.

Τι γίνεται όμως και με την κρατική διαχείριση των καταγγελιών που καταθέτουν πολλές φορές τα θύματα πριν την γυναικοκτονία τους; Αυτός ο ιστός τον οποίο πλέκουν δικαστήρια-αστυνομία-ΜΜΕ δεν λειτουργεί σε καμία περίπτωση για να προστατέψει τις θηλυκότητες. Υπέρογκα παράβολα για ασφαλιστικά μέτρα τα οποία δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική προστασία, καταγγελίες που καταλήγουν σε συρτάρια αρχείων, αστυνομικά τμήματα που δεν προσφέρουν καμία στήριξη στα θύματα που στρέφονται εκεί για βοήθεια και ΜΜΕ που λειτουργούν ως “πλυντήρια” δίνοντας βήμα σε κάθε σεξιστή να εκφράσει τις προσβλητικές και επικίνδυνες απόψεις του.

  • Είναι σημαντικό να κατοχυρωθεί πρωτίστως κοινωνικά αλλά και νομικά ο όρος γυναικοκτονία, ώστε να αναγνωριστεί ως ξεχωριστό αδίκημα η θανάτωση γυναικών ως αποτέλεσμα έμφυλης βίας και να οριοθετηθεί νομικά το έγκλημα. Η μεγαλύτερη ποινή δεν θα αποτρέψει τις γυναικοκτονίες, αλλά είναι σημαντικό να διαδοθεί το μήνυμα ότι η βία κατά των γυναικών δεν είναι αποδεκτή και δεν μένει ατιμώρητη. Επίσης, με την καθιέρωση του όρου μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στην πρόληψη, ενημέρωση και καταπολέμηση της έμφυλης βίας.
  • Οι κακοποιητές συνήθως δεν σταματούν στη μία φορά. Αυτό που παρατηρείται είναι η κλιμάκωση στη βία, η οποία μπορεί να ξεκινήσει από «αθώα» στερεότυπα, να εξελιχθεί σε λεκτική/ψυχολογική βία, έπειτα σε σωματική βία και σεξουαλική κακοποίηση και να φτάσει έως την γυναικοκτονία. Για εμάς έχει σημασία να αντιμετωπίσουμε την έμφυλη βία από τις βαθιά εδραιωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που έχουν ενσταλαχτεί στην κοινωνία. Για την αποτροπή αυτών των εγκλημάτων κρίνουμε απαραίτητη την ανάλυση της διάστασης των έμφυλων ρόλων στην καθημερινή ζωή και την κατάρριψη των εμφυλων προτύπων που θέτουν τις θηλυκότητες σε δεύτερη μοίρα.
  • Οι γυναίκες που δολοφονούνται, διανύουν μια μακρά διαδρομή καταπίεσης, πριν γίνουν θύματα στο τελευταίο σκαλί μιας πυραμίδας βίας. Για να αποτρέψουμε το να γίνουν ένας αριθμός στη λίστα με τις δολοφονημένες γυναίκες, κρίνουμε αναγκαία τη δημιουργία και ύπαρξη δομών που θα προστατέψουν τις θηλυκότητες που έχουν βιώσει κακοποίηση. Ξενώνες φιλοξενίας, συμβουλευτικά κέντρα -τόσο για τις ίδιες όσο και για τα παιδιά τους- αλλά και πρόνοια για την ένταξη της κάθε επιζώσας στην αγορά εργασίας ή την οικονομική τους στήριξη.
  • Σε αυτό το σημείο θα θέταμε ως στόχο την συλλογικοποίηση των θηλυκοτήτων, είτε σε ομάδες γυναικών, είτε σε φεμινιστικές συλλογικότητες. Η ύπαρξη αυτών των μορφωμάτων θα μπορέσει τόσο να στηρίξει θηλυκότητες που έχουν υποστεί έμφυλη βία, όσο και στην καταπολέμηση της βίας αυτής. Μέσω της συλλογικοποίησης οι θηλυκότητες ενδυναμώνονται και οχυρώνονται απέναντι στην καθημερινή επίθεση που βιώνουν από το κράτος, το κεφάλαιο και την πατριαρχία. Η αποδόμηση της πατριαρχικής κοινωνίας θα γίνει μέσω του προσδιορισμού των καταπιέσεων που βιώνουμε και την μορφή που αυτές λαμβάνουν στην καθημερινή ζωή, καθώς και μέσω των συλλογικών αγώνων μας. Η αποτροπή των γυναικοκτονιών θα γίνει εφικτή μέσω της κατάρριψης των έμφυλων ρόλων που έχει ορίσει η κάθε είδους εξουσία -κρατική ή θρησκευτική- και μέσω της χειραφέτησης των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.