25η Νοέμβρη αγωνιζόμαστε ενάντια στην έμφυλη βία

Το Δεκέμβριο του 1999 η συνέλευση του ΟΗΕ όρισε την 25η Νοεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, με στόχο να αναδείξει τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου. Μια τέτοια ημέρα, δεν μπορεί παρά να μας βρει στον δρόμο, όχι επειδή οι παγκόσμιες ημέρες σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο για μας, αλλά  επειδή από τη δεκαετία του ’80, που οι τότε γυναικείες οργανώσεις την  είχαν καθιερώσει άτυπα εις μνήμην των αδελφών Mirabal, διαφορετικά  Las Mariposas (οι πεταλούδες), δεν σταματήσαμε να θρηνούμε αδερφές μας. Οι αδερφές Mirabal πολέμησαν ενάντια στο δομινικανό δικτατορικό καθεστώς  του  Τρουχίγιο  και  γι’  αυτό  συνελήφθησαν,  βασανίστηκαν,  ξυλοκοπήθηκαν και στραγγαλίστηκαν μέχρι θανάτου. Μετά τη δολοφονία  τους κηρύχτηκαν «σύμβολα της λαϊκής και φεμινιστικής αντίστασης».

Ανά τον κόσμο, θηλυκότητες  και  τρανς  άτομα  όλων  των  ηλικιών είναι θύματα μιας βαθιά ανδροκρατούμενης και πατριαρχικής κοινωνίας. Κάθε μέρα υφίστανται διαφορετικές μορφές έμφυλης βίας, όπως σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική, παρενόχληση, βιασμούς, σωματεμπορία, μέχρι και δολοφονία. Στην Ελλάδα, μόνο τον τελευταίο χρόνο είχαμε κάθε μήνα σχεδόν μια με δυο γυναικοκτονίες το μήνα.

Αρχικά, ο ιστός που πλέκουν δικαστήρια-αστυνομία-ΜΜΕ δεν λειτουργεί  για  να  προστατέψει  κανένα  μας.  Οι  καταγγελίες  για  κακοποιήσεις καταλήγουν στα συρτάρια αρχείων των δικαστικών αρχών, ενώ οι θύτες  δέχονται  μόνο  μια  επίπληξη  χωρίς  ουσιαστικά  να  αναλαμβάνει  κάποια  κρατική αρχή την αναμόρφωση τους και την προστασία και στήριξη των επιζώντων. Οι  θηλυκότητες  που  απευθύνονται  σε  τοπικά  αστυνομικά  τμήματα για  προστασία  δική  τους  από  τους  θύτες,  αλλά  και  για  καταγγελία των  ίδιων  των  θυτών  τους,  δεν  βρίσκουν  καμία  απολύτως  στήριξη. Αντιθέτως έρχονται αντιμέτωπες με την απαξίωση, τη δυσπιστία και ο επανατραυματισμός τους είναι δεδομένος. Οι αναπαραστάσεις των περιστατικών έμφυλης βίας στα ΜΜΕ πάλι, γίνονται με εξαιρετικά προβληματικό τρόπο, χαρακτηρίζοντας τα τις περισσότερες φορές, ως οικογενειακές τραγωδίες, με τους δράστες να αποκαλούνται  «τέρατα», καλλιεργώντας την αίσθηση πως η ίδια τους η ύπαρξη αποτελεί  μια  εξαίρεση  στην  κατά  τα  άλλα  ομαλή  λειτουργία  του  κοινωνικού συνόλου. Επιπλέον  η ψυχιατρικοποίηση και παθολογικοποίηση της βίας που ασκούν οι κακοποιητές, κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, ως ένα άλλο  εργαλείο βέβαια, εκρίζωσης των κοινωνικών ερεισμάτων της έμφυλης βίας.

Τα  πράγματα  είναι  ακόμα  πιο  δύσκολα  όταν  τα  άτομα  που  υφίστανται κακοποίηση,  υφίστανται  κι  άλλες  καταπιέσεις  πέρα  από  τις  έμφυλες, όπως οι μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι φτωχές, οι κρατούμενες, οι  σεξεργάτριες,  τα  θύματα  traficking  κ.α.  Στις  περισσότερες περιπτώσεις δεν αναδεικνύονται καν οι ιστορίες τους, ενώ ακόμα κι αν ακουστούν έρχονται αντιμέτωπες/α με έντονη καχυποψία, ενώ συχνά η δεινή τους θέση τις/τα αναγκάζει να μένουν με τους καταπιεστές τους. Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε σε μία περίοδο όξυνσης του κοινωνικού εκφασισμού, η οποία εκπορεύεται από τα πάνω και διαχέεται στη βάση, όπου τα άτομα με μη ετεροκανονικές ταυτότητες, αναγκάζονται να διεκδικούν ξανά και ξανά την ορατότητα και την ασφάλεια τους στον κοινωνικό ιστό. Κοινώς, διεκδικούν το αυτονόητο, να μπορούν να εκφράζουν την ταυτότητά τους ή την τρυφερότητά με τους συντρόφους τους στο δημόσιο χώρο, όπως ακριβώς και τα άτομα που εμπίπτουν στα πρότυπα της ετεροκανονικότητας. Και ενώ επιτέλους αυτό γίνεται αποδεκτό από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ταυτόχρονα συντηρητικές και φασιστικές μειοψηφίες προσπαθούν να επιτεθούν σε όσα με αγώνες έχουν κατακτηθεί.

Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι την οργή μας για τα παραπάνω, δεν την συνοδεύει η έκπληξη. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός πως κρατικοί θεσμοί εντείνουν την απειλή αντί να την εξαλείφουν, καθώς αφετηριακά δημιουργήθηκαν  για  να  αποτελούν  τους  κύριους  οχυρωτικούς μηχανισμούς  του  κράτους  από  οποιεσδήποτε  «εξωγενείς  ταραχές»,  με κάθε κόστος.

Όλα αυτά σε μια χρονική στιγμή που συντελείται μια γενοκτονία. Η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, το οποίο ζει όλες αυτές τις φρικαλεότητες, που δεν θα ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν χωρίς τη διαρκή στήριξη των κρατών της Δύσης στο φασιστικό κράτος του Ισραήλ .Οι αδερφές μας στην Παλαιστίνη, με τις πέτρες στα χέρια, έχουν  αντισταθεί όλη τη ζωή τους στη σκλαβιά, και στους εξευτελισμούς του  απαρτχάιντ από το κράτος-δολοφόνο το Ισραήλ. Γι αυτό, ενώνουμε τις φωνές μας με τις αδερφές μας σε όλο τον κόσμο  ενάντια στην αποικιοκρατία, στον πόλεμο, στα κράτη, στον καπιταλισμό,  στον φασισμό και στην πατριαρχία.

Οι queer και φεμινιστικοί αγώνες για απελευθέρωση από την πατριαρχία δεν μπορούν να συνυπάρξουν με καμία πολεμική μηχανή που διαπράττει γενοκτονία.

Δεν ξεχνάμε κανένα θύμα έμφυλης βίας, γι’ αυτό και την 25η Νοέμβρη θα  είμαστε  στον  δρόμο,  με  όπλο  την  αλληλεγγύη,  από  την  Ελλάδα μέχρι  την  Παλαιστίνη.

Η  μια  δίπλα  στο  άλλο  δηλώνουμε την εναντίωση μας σε πατριαρχία, κράτος, καπιταλισμό και οποιαδήποτε εξουσία καταδυναστεύει τις ζωές μας.

Πορεία, Τρίτη 25/11, 18:00 στην Καμάρα

Άνοιγμα προς νέα μέλη- Φεμινιστικό καφενείο

Στις 18:00 θα πραγματοποιηθεί γνωριμία με τη συλλογικότητα και συζήτηση με όσα άτομα ενδιαφέρονται να γίνουν μέλη της.
Στις 19:00 θα ακολουθήσει φεμινιστικό καφενείο με θέμα “Η οικογένεια και τα έμφυλα στερεότυπα που αναπαράγει”.

** Στον χώρο κατά τη διάρκεια του καφενείου θα λειτουργεί μπαρ και θα υπάρχουν ζεστά ροφήματα.

Καμία ανοχή σε ομοφοβικές φασιστικές επιθέσεις.

Χθες το βράδυ, Παρασκευή 14.11.2025, αναρτήσαμε πανό στην Καμάρα, ως ένδειξη αλληλεγγύης στα δύο άτομα που δέχτηκαν ομοφοβική επίθεση την προηγούμενη εβδομάδα στην Θεσσαλονίκη.

Βρισκόμαστε σε μία εποχή που τα άτομα με μη ετεροκανονικές ταυτότητες, έπειτα από δεκαετείς αγώνες ενάντια στις διακρίσεις που υφίστανται, διεκδικούν την ορατότητα τους στον κοινωνικό ιστό. Κοινώς διεκδικούν το αυτονόητο, να μπορούν να εκφράζουν την ταυτότητά τους ή την τρυφερότητά με τους συντρόφους τους στο δημόσιο χώρο όπως ακριβώς και τα άτομα που εμπίπτουν στα πρότυπα της ετεροκανονικότητας. Και ενώ επιτέλους αυτό γίνεται αποδεκτό από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ταυτόχρονα συντηρητικές και φασιστικές μειοψηφίες προσπαθούν να επιτεθούν σε όσα με αγώνες έχουν κατακτηθεί.

Οι επιθέσεις αυτές έρχονται σε μία περίοδο όξυνσης του κοινωνικού εκφασισμού η οποία εκπορεύεται από τα πάνω και διαχέεται στη βάση. Καλούμαστε να απαντήσουμε σε επιθέσεις που δέχονται κουήρ άτομα και να μιλήσουμε και πάλι για τα αυτονόητα, δηλαδή για την ελευθερία, την χειραφέτηση και την αυτοδιάθεση των ατόμων.

Να μην αφήσουμε χώρο σε όσους διασπείρουν το μίσος μεταξύ των καταπιεσμένων.

Καμία ανοχή σε ομοφοβικές και φασιστικές επιθέσεις.

Να γίνουμε το ανάχωμα ενάντια στις επιθέσεις που γεννούν η πατριαρχία, ο φασισμός και το κράτος.

Στεκόμαστε η μία δίπλα στο άλλο μέχρι όλα να περπατάμε στον δρόμο χωρίς φόβο.

Παραθέτουμε την καταγγελία των δύο γυναικών που δέχτηκαν την επίθεση.

«Στην Ελλάδα του 2025, στη Θεσσαλονίκη, δύο λεσβίες/κουήρ άτομα πιαστήκαμε για λίγο αγκαλιά περπατώντας στον δρόμο. Ήταν αρκετό για να πετάξουν με φόρα νερά πάνω μας μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο αυτοκινήτου που πέρασε γρήγορα δίπλα μας και έφυγε, ενώ μας έβρισαν γελώντας.

Αν εμείς, γυρνώντας από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δύο λευκά άτομα, στερεοτυπικά “καλοντυμένα”, δεχτήκαμε με τόσο κάζουαλ τρόπο μια χιλιοπαιγμένη ομοφοβική επίθεση τέτοιου τύπου στον δρόμο, τι να πούμε για τις τρανς συντρόφισσές μας, τα νεαρά κουήρια, τους μετανάστες ή/και τα άτομα που ασκούν σεξεργασία.

Είμαστε καλά και ήρεμες επί προσωπικού.

Αλλά η συλλογική μας οργή θα ξεχειλίζει όσο η ύπαρξη και μόνο στον δημόσιο χώρο, όλων των κουήρ υποκειμένων, τίθεται υπό αμφισβήτηση και απειλή.

Ο λόγος που καταγράφουμε μια μικρή προσωπική εμπειρία στη συλλογική εμπειρία των πολλαπλών διακρίσεων σε βάρος όλων μας, είναι για να θυμόμαστε ότι όποιος δεν παίρνει θέση απέναντι σε όλα τα μέτωπα της επανοργάνωσης της ακροδεξιάς, αλλά διαλέγει μόνο κάποια από αυτά με όρους πολιτικών στρατηγικών, ψευδούς ιεράρχησης αναγκών ή κινηματικών συσχετισμών, έχει ευθύνη.

Για εμάς και τις κοινότητές μας το έργο είναι γνωστό, και η δύναμη θα βρίσκεται πάντα στις συλλογικές μας αντιστάσεις»